ΑΠΟΨΕΙΣ

ΔΙΑΤΑΣΕΙΣ

Αλλοθι αφέλειας

Υπάρχουν κάποιοι αφελείς συμπολίτες μας που πίστεψαν ότι η απεργία πείνας του Δημήτρη Κουφοντίνα είναι ένα ανθρωπιστικό ζήτημα. Σκοτεινές δυνάμεις τού στερούν το δικαίωμά του να επιλέξει τη φυλακή του, αρνούνται να εφαρμόσουν έναν τάχα ξεκάθαρο νόμο υπέρ του αιτήματός του, θέλουν να τον δουν νεκρό και να πλήξουν το κράτος δικαίου. Οι διιστάμενες απόψεις των νομικών επί του θέματος δεν τους έκαναν ιδιαίτερη αίσθηση· δεν τους γέννησαν καν την υποψία ότι ίσως τα πράγματα να μην είναι όσο ασπρόμαυρα νομίζουν. Αλλωστε, τα νομικά είναι και λίγο δύσκολα. Από το να απόσχουν οι αφελείς από ένα ζήτημα που δεν κατέχουν ή, πολύ περισσότερο, από το να διαβάσουν κατεβατά αναλύσεων με περίεργους όρους και να προσπαθήσουν να καταλάβουν τι έχει συμβεί, τους φάνηκε προτιμότερο να ταχθούν υπέρ εκείνου που αισθάνονται πως ισχύει. Η μετα-αλήθεια είναι ακόμη εδώ, πιο θελκτική από ποτέ.

Αποπροσανατολισμένος ανθρωπισμός

Δεν είναι εύκολο να πείσεις κάποιον ότι το να συντάσσεται, διά του πολιτικού του λόγου και με πορείες στους δρόμους, υπέρ του Κουφοντίνα είναι προβληματικό. Γιατί το χαρτί τού κατά φαντασίαν ανθρωπισμού, της αριστερόστροφης ευαισθησίας και της άτεγκτης (αν και επιλεκτικής) νομιμοφροσύνης είναι ισχυρότερο από ένα ποινικό μητρώο, ακόμη και βεβαρημένο, και νομιμοποιεί ηθικά ακόμη και την ίδια την ανηθικότητα. «Δεν έχει σημασία ποιος είναι ο Κουφοντίνας. Σημασία έχει ότι σε μια ευνομούμενη πολιτεία τα δικαιώματά του είναι ιερά!» Πώς να αντικρούσεις μια τόσο στιβαρή παράσταση ιδεαλισμού; Το ιστορικό του Κουφοντίνα είναι εκτός θέματος, το αμφίβολο νομικό έρεισμα του αιτήματός του εκτός πεδίου κατανόησης και η απεργία πείνας υπερισχύει επικοινωνιακά έναντι οποιουδήποτε επιχειρήματος. Με λίγα λόγια, η αφελής στήριξη του τρομοκράτη βασίστηκε τυπικά σε ένα ιδιαίτερα δυνατό υπόβαθρο, ενισχυμένο κι από τη φαντασίωση περί των επαναστατικών φρονημάτων του. Ο,τι κι αν έλεγες εναντίον της, στο τέλος τα κλαμένα μάτια και η υψωμένη γροθιά έκλεβαν την παράσταση.

Το αναπόφευκτο ξεμπρόστιασμα

Τα πάντα άλλαξαν, όμως, όταν στους δρόμους, μαζί με χιλιάδες διαδηλωτές, βγήκαν πανό και συνθήματα που, ευθέως πια, τιμούσαν όχι το αίτημα του απεργού πείνας, αλλά τον βίο του και τη δράση της εγκληματικής του οργάνωσης. Η ανθρωπιστική δικαιολογία των αφελών (;) κονιορτοποιήθηκε και η στήριξη στον Δημήτρη Κουφοντίνα αποκαλύφθηκε σε όλο της το μεγαλείο για αυτό που πραγματικά είναι: δήλωση συμπάθειας στην ηθική και στις πράξεις του. Από τη στιγμή εκείνη, οι ενδιάμεσες αποχρώσεις έπαψαν να υφίστανται και, αν υπάρχουν ακόμη, σίγουρα δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι εκφράζονται από τις κινητοποιήσεις που παρακολουθήσαμε τις τελευταίες μέρες. Οι ρεμβασμοί περί «πλατείας Κουφοντίνα» και οι παραπομπές στον τίτλο του βιβλίου του δεν είναι σύμβολα δικαιωματισμού και αντίληψης δικαίου σε επίπεδο αρχής, αλλά εκδηλώσεις στοχευμένης προσωπολατρίας.

Η κρυφή σαπίλα

Πέρα από τους αφελείς, όμως, οι οποίοι είτε νομίζουν πως πράγματι μάχονται υπέρ ενός δίκαιου αιτήματος είτε πιστεύουν ότι μπορούν να καμουφλάρουν τις άβολες ροπές τους με το προκάλυμμα της δημοκρατικής ευαισθησίας, υπάρχουν οι πιο επικίνδυνοι από όλους: οι αληθινοί θαυμαστές της τερατωδίας. Εκείνοι που, χρησιμοποιώντας τη βιτρίνα των αφελών, δεν βρίσκουν τίποτα περίεργο ή νοσηρό στις δολοφονίες του Κουφοντίνα, από τη στιγμή που αυτές συμβαδίζουν με το πολιτικό αφήγημά τους. Οι οπαδοί της καθαγιασμένης –μέσα από ακροαριστερά δόγματα– βίας στήριξαν και στηρίζουν τον Δημήτρη Κουφοντίνα ως είδωλο και ως υπόδειγμα αγωνιστή. Η απεργία πείνας και το «δίκαιο αίτημά του» δεν είναι παρά εύσχημες αφορμές να εκτονωθεί σε μεγάλες κλίμακες μια αντικοινωνική αγάπη για το αίμα, η οποία, υπό άλλες συνθήκες, εκφράζεται κυρίως σε παρακμιακούς κύκλους περιθωριακών, χωρίς επίσημη πολιτική κάλυψη.

Μαθήματα «ξεπλύματος»

Η σιωπηλή και αντιδημοφιλής κλίση προς τη μυθολογία της τρομοκρατίας, όμως, ύπουλα και σταδιακά βγαίνει απ’ το σκοτάδι της και κανονικοποιείται. Η προβολή συμβόλων του τρομοκράτη ως στοιχείων θεμιτής πολιτικής έκφρασης και οι δηλώσεις σαν αυτή του βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ κ. Δρίτσα πως η «17Ν» δεν τρομοκράτησε κανέναν ή της συνηγόρου του Δημήτρη Κουφοντίνα πως ο χαρακτηρισμός του ως δολοφόνου από τους συγγενείς των θυμάτων του είναι υβριστικός, επιχειρούν να ωραιοποιήσουν εμμέσως τον ζόφο και να εμπνεύσουν ένα είδος σεβασμού απέναντι στους εκπροσώπους του. Παράλληλα, η επίσημη θέση του ΣΥΡΙΖΑ υπέρ της εκβιαστικής πρακτικής Κουφοντίνα τής προσέδωσε πολιτικό κύρος, το οποίο εξ αντανακλάσεως ευνοεί και τον ίδιο. Ολη αυτή η κατάσταση δίνει άλλοθι στην εξεγερσιακή ψυχολογία της μάζας ώστε αυτή να θεριέψει, όπως θέριεψε προ δωδεκαετίας, όταν η στυγερή δολοφονία Γρηγορόπουλου εργαλειοποιήθηκε από καταστροφικές δυνάμεις που απλώς ήθελαν να κάψουν την πόλη για το χατίρι μιας αυτοεκπληρούμενης προφητείας εμφύλιου ολέθρου. Οι καθημερινές πορείες υπέρ ενός τρομοκράτη δεν είναι καθόλου αθώα υπόθεση.

Μικρομέγαλες φασαρίες

Στο ερώτημα αν ζούμε σε μια φιλοτρομοκρατική κοινωνία, η απάντηση είναι «όχι». Οι ηχηρές μειοψηφίες με πολύ ελεύθερο χρόνο στα χέρια τους δίνουν συχνά την εντύπωση ενός μη αντιπροσωπευτικού μεγέθους, καθώς οι κανονικές πλειοψηφίες είναι πολύ απασχολημένες με το να ζουν στον πραγματικό κόσμο. Αυτό όμως δεν τις κάνει ακίνδυνες. Το φλερτ με την τρομοκρατία πρέπει να αντιμετωπίζεται όπως η ίδια η τρομοκρατία. Αμείλικτα.