ΑΠΟΨΕΙΣ

Δίχως ίχνος μεταμέλειας

Τον Μάρτιο του 2003, στο 3ο Συνέδριο Νεολαίας του Συνασπισμού, ο Λεωνίδας Κύρκος δήλωνε: «Αυτές τις μέρες έγινε μια προσπάθεια από έναν συνήγορο των κατηγορουμένων της 17Ν να διατυπωθεί μια ιδεολογική πλατφόρμα που να καλύψει τη δολοφονική δράση της οργάνωσης και να της προσδώσει μια πολιτική και κοινωνική ευρύτητα». 

Ο Λ. Κύρκος ήταν ανένδοτος: «Πρέπει καθαρά να διαχωρίσουμε τη θέση της Αριστεράς από τους φονιάδες της 17Ν, όποιοι κι αν είναι. Να μην τους αναγνωρίσουμε κανένα αριστερό κάλυμμα, που μπορεί να παραπλανήσει αριστερούς αγωνιστές, και να συνεχίσουμε την ασφυκτική, πολιτική και ηθική απομόνωση της τρομοκρατίας». 

Σήμερα ξέρουμε πως ο Λ. Κύρκος έχασε. Και όχι εξαιτίας δεξιών που τσουβάλιασαν την Αριστερά με τους κοινούς δολοφόνους, αλλά επειδή αυτό ακριβώς έκαναν οι δικοί του άνθρωποι. 

Ηταν όμως –είναι– δικοί του άνθρωποι οι αριστεροί που βλέπουν με συμπάθεια τον «αγώνα» της 17Ν; Οχι και τόσο. Για την ακρίβεια, αυτό που αργότερα έγινε ο κυβερνητικός ΣΥΡΙΖΑ δεν έπαψε να βλέπει μορφές σαν τον Κύρκο με απαξίωση. Τα ισχνά ποσοστά της Αριστεράς της εποχής του Κύρκου, ο κυβερνητικός ΣΥΡΙΖΑ τα είδε ως τεκμήριο της χλιαρότητας μιας ηττοπαθούς «αριστεροσύνης». 

Κυρίως, η μετάλλαξη του Συνασπισμού σε ΣΥΡΙΖΑ επέφερε και μια μαζική ροπή προς τον αριστερίστικο, αντιεξουσιαστικό χώρο, τη φυσική δεξαμενή της 17Ν.

Βεβαίως, υπάρχει εδώ και καιρό η πολυσυζητημένη «στροφή» προς το Κέντρο, που υποτίθεται ότι φαντασιώνεται ο Αλέξης Τσίπρας. Ακόμη δεν το έχουμε δει. Και αν κρίνουμε από τα ανακλαστικά στελεχών του σε ό,τι αφορά την απεργία πείνας του αρχιδολοφόνου της οργάνωσης, μια άβυσσος χωρίζει τον ΣΥΡΙΖΑ από το ευρωπαϊκό προοδευτικό Κέντρο. 

Το έχουμε ξαναπεί: οι αριστεροί που έζησαν στο πετσί τους την Κατοχή, τον Εμφύλιο, τις εξορίες και τη χούντα, με άλλα λόγια, οι άνθρωποι που κινδύνευσαν να σκοτωθούν αλλά και σκότωσαν οι ίδιοι, αντιμετώπισαν με εχθρότητα τη 17Ν. Θυμίζω, δε, τη συγκινητική αντίδραση του Λ. Κύρκου και του Χαρίλαου Φλωράκη τις αποφράδες εκείνες ημέρες του Σεπτεμβρίου του 1989, με τη δολοφονία Μπακογιάννη. 

Οι άνθρωποι αυτοί ήξεραν τι σημαίνει σκοτώνω άνθρωπο. Και δεν τους άρεσε. Ηξεραν καλά ότι είναι μια φρίκη. Οι «άκαπνοι» μονάχα γοητεύονται από τα κουμπούρια ανθρώπων που σκοτώνουν πισώπλατα. 

Κανένας, ούτε ο γράφων, δεν επιθυμεί τον θάνατο κανενός. Κανενός όμως. Αλλά εδώ επιχειρείται ένας εκβιασμός της πολιτείας με ένα, ακόμα, ακραίο μέσο, την απεργία πείνας. Ο αυτοκαταστροφικός τους μηδενισμός έφτασε ώς εκεί και δίχως ίχνος μεταμέλειας.

Ως τη «χειρότερη ημέρα της ζωής του» είχε περιγράψει ο Λ. Κύρκος τη δολοφονία του Κίτσου Μαλτέζου το 1944, στην οποία συμμετείχε ως τσιλιαδόρος. Να σωθεί ο σημερινός απεργός πείνας, να σωθεί, και ας παραμένει αμετανόητος δολοφόνος άοπλων, ανυπεράσπιστων ανθρώπων.