ΑΠΟΨΕΙΣ

Σύμμαχος της κυβέρνησης ο ΣΥΡΙΖΑ…

Ο μεγαλύτερος σύμμαχος του Κ. Μητσοτάκη και της κυβέρνησης είναι αναμφίβολα η αντιπολίτευση με πρώτο και καλύτερο τον ΣΥΡΙΖΑ του Αλ. Τσίπρα. Ετσι το αντιλαμβάνονται σίγουρα ο πρωθυπουργός και το επιτελείο του, αυτό αποτυπώνεται σε όλες τις δημοσκοπήσεις, ακόμη και σε εκείνες που έγιναν μετά την εκδήλωση γεγονότων στα οποία οι κυβερνητικοί χειρισμοί επικρίθηκαν με (υπερβολική ή παράλογη;) αυστηρότητα από πολλά μίντια και μεγάλο μέρος των πολιτών. Π.χ. στην αντιμετώπιση της «Μήδειας» και των ζημιών που προκάλεσε, στην υπόθεση Λιγνάδη, ακόμη και στη διαχείριση της πανδημίας. Φαίνεται και από την αυτοπεποίθηση που εκπέμπουν επικοινωνιακά ο πρωθυπουργός και οι υπουργοί του, σε βαθμό αλαζονείας μερικές φορές, στην επικοινωνιακή πολιτική τους με όλα τα σφάλματά της.

Αντικειμενικά, αυτή η πραγματικότητα δεν βοηθάει ιδιαίτερα την υγεία του πολιτικού συστήματος. Ούτε η αντιπολίτευση στο σύνολό της, και ειδικά το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, είναι καλό να αντιμετωπίζονται ως «εξωτικοί» ή ακόμη και «ψεκασμένοι» πολιτικοί χώροι από την πλειοψηφία των πολιτών ούτε η κυβέρνηση πρέπει να νιώθει «αδιάβροχη» μέχρι και άτρωτη, γιατί δεν υπάρχει αντίπαλον δέος. Αυτό όμως συμβαίνει τώρα, ή τουλάχιστον προς το παρόν, καθώς κάθε πρόβλεψη για το μέλλον, έστω το βραχυπρόθεσμο, είναι παρακινδυνευμένη στους ασταθείς καιρούς που ζούμε και με δεδομένο τον χαρακτήρα του Ελληνα…

Αγνωστες οι βαθύτερες σκέψεις, ιδέες, ισορροπίες, προσδοκίες και προβληματισμοί που ενυπάρχουν στον κομματικό κορμό του ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά κρίνοντας από τη συμπεριφορά της ηγεσίας και των στελεχών του, από τις θέσεις που παίρνει καθημερινά σε διάφορα ζητήματα και από τον τρόπο που αντιπολιτεύεται, δεν αποτελεί σήμερα πόλο εξουσίας για να τον εμπιστευθούν οι πολίτες. Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης δείχνει καθηλωμένο στα αρχέγονα χαρακτηριστικά μιας Αριστεράς που είναι φανερό ότι δεν μπορεί και δεν θέλει να απαλλαγεί από αυτά, να αλλάξει το DNA του, άρα αδυνατεί να προσαρμοστεί στις εξελίξεις. Επομένως, δεν έχει επαφή με τις τρέχουσες αντιλήψεις της πλειονότητας της κοινωνίας, η οποία ακόμη θυμάται έντονα την τραυματική εμπειρία των ΣΥΡΑΝΕΛ στην εξουσία.

Ακόμη περισσότερο, ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί με όλες του τις δυνάμεις σχεδόν να θυμίζει ποιος και τι είναι, με τη στάση του στην υπόθεση Κουφοντίνα, ερχόμενος ουσιαστικά σε σύγκρουση με την έννοια του σημερινού πολιτεύματος, γιατί περί αυτού πρόκειται. Πράγμα που αποφεύγει να κάνει στη συγκεκριμένη περίπτωση το ΚΚΕ, παρά τη δεδηλωμένη ιδεολογία του απέναντι στην αστική δημοκρατία. Αν και συχνά, σε άλλες περιπτώσεις, επιμένει να θυμίζει την παρουσία του με ανυπακοή απέναντι σε νόμους ή με «επαναστατική γυμναστική». 

Οσο για το ΚΙΝΑΛ, που οι δημοσκοπήσεις το παρουσιάζουν σταθερά «εντός, εκτός και επί τα αυτά» σε απήχηση, αποτελεί μνημείο αντιφατικότητας. Ενώ η ηγεσία του διαλαλεί την επιθυμία της να τηρεί ίσες αποστάσεις απέναντι σε Νέα Δημοκρατία και ΣΥΡΙΖΑ, διατυπώνει θέσεις ανάλογες με τα βήματα του τελευταίου, παρόλο που τα δύο τρίτα της βάσης του συμπαρατάσσονται συνήθως με την κυβέρνηση. Και όλα αυτά μαζί σημαίνουν ότι η ελπίδα του ΣΥΡΙΖΑ και των υπολοίπων είναι να καταστραφεί η χώρα από σεισμούς, λοιμούς και καταποντισμούς, μήπως και ενισχυθούν για να διεκδικήσουν την εξουσία με τη βοήθεια της απλής αναλογικής.

Τούτων λεχθέντων, η κυβέρνηση ξέρει ότι αντίπαλοί της είναι η πανδημία, οι σοβαρότατες συνέπειες για την οικονομία που έχει φτάσει στα όριά της, τα μεγάλα ποσοστά ανεργίας και δυσπραγίας που καιροφυλακτούν, οι δυσκολίες στην υλοποίηση της οικονομικής ενίσχυσης που αποφάσισε η Ευρώπη και, φυσικά, ο επιπόλαιος και δεμένος με συνήθειες του παρελθόντος εαυτός της Νέας Δημοκρατίας. Ο,τι και να λέγεται, είναι απόλυτα βέβαιο ότι τα σχέδια της κυβέρνησης περιλαμβάνουν το ενδεχόμενο εκλογών, αν το επιτρέψει η συγκυρία, πριν πάρει διαστάσεις η όποια φθορά. Το Μαξίμου θεωρεί ότι έχει διεισδύσει επιτυχώς στον κεντρώο χώρο με καλή πιθανότητα να διευρύνει τη διείσδυσή του εάν το εκλογικό σώμα πιστέψει ότι διακυβεύεται η εξουσία, αλλά παρακολουθεί και τις ζυμώσεις στα δεξιά του. 

Κινήσεις, πάντως, όπως η αναστολή κατεδαφίσεων αυθαιρέτων στην αιγιαλίτιδα ζώνη και η θετική αντιμετώπιση του αιτήματος να αναλάβει το κράτος τη μισθοδοσία των λαϊκών υπαλλήλων της Εκκλησίας προβληματίζουν τις δυνάμεις του εκσυγχρονισμού που στηρίζουν τον Κυρ. Μητσοτάκη και την κυβέρνηση επειδή δεν έχουν άλλη διέξοδο.