ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο μεγάλος καπετάνιος στο πέλαγος της Πληροφορικής

Το σημερινό κείμενο δημοσιεύθηκε στην «ΚτΚ» την 29 Ιουνίου 2014. Το ξαναδημοσιεύω σαν ελάχιστο φόρο τιμής στον εκλιπόντα ευπατρίδη Γιάννη Κωστόπουλο. Οσοι είχαμε την τύχη να βρεθούμε κοντά του, του χρωστούμε αιώνια ευγνωμοσύνη. Ο θάνατός του σηματοδοτεί και το πραγματικό τέλος μιας εποχής. 

Εδώ και μερικές βδομάδες ανακοινώθηκε η παραίτηση του Γιάννη Κωστόπουλου από την προεδρία της Alpha Bank. Είδαμε στον Τύπο πολλά αφιερώματα σχετικά με τη σταδιοδρομία του μεγάλου αυτού τραπεζίτη που πήρε το 1973 μια μικρή οικογενειακή τράπεζα και την ανέδειξε σε μία από τις σημερινές τέσσερις συστημικές τράπεζες της χώρας. Από αυτά που διάβασα διαπίστωσα ότι επικεντρώθηκαν μόνο στην τράπεζα, γι’ αυτό και θεώρησα ότι έχω την υποχρέωση να γράψω το σημερινό κείμενο, προκειμένου να αναδείξω μια άλλη πολύ σημαντική πτυχή στην ιστορία του. Θα σας διηγηθώ τρία περιστατικά από την εξέλιξη της πληροφορικής στην Τράπεζα, που αναδεικνύουν πολύ χαρακτηριστικά τον πρωτοποριακό τρόπο που σκεφτόταν ο Γιάννης Κωστόπουλος.

Γνώρισα τον Γιάννη μόλις ανέλαβε τα ηνία της Τράπεζας. Η Τράπεζα είχε προκηρύξει διαγωνισμό για να προμηθευτεί ένα σύστημα ηλεκτρονικού υπολογιστή (mainframe) για τη μελλοντική της ανάπτυξη. Στην παρουσίαση που κάναμε ήταν ο ίδιος παρών. Οι λεπτομέρειες δεν έχουν τόση σημασία. Ο ίδιος επέλεξε την εταιρεία μας, Ηλεκτρονικοί Διερευνητές Δοξιάδη Α.Ε. για την προμήθεια και εγκατάσταση ενός συστήματος Univac 90/30. Αυτή ήταν και η πρώτη αντισυμβατική απόφασή του. Εξηγούμαι. Την εποχή εκείνη δεσπόζουσα θέση στην αγορά των ηλεκτρονικών υπολογιστών είχε η ΙΒΜ, με μερίδιο αγοράς μεγαλύτερο από 75%. Πολύ χαρακτηριστικά, η αγορά των ηλεκτρονικών υπολογιστών περιγραφόταν σαν «η Χιονάτη (ΙΒΜ) και οι εφτά νάνοι (οι λοιπές εταιρείες ηλεκτρονικών υπολογιστών, μεταξύ των οποίων και η Univac)». Οι άλλες μεγάλες τράπεζες της εποχής εκείνης: Εθνική, Εμπορική και Ιονική, είχαν όλες εγκατεστημένα συστήματα ΙΒΜ, για την υποστήριξη των λειτουργιών τους. Ηταν πραγματικά πολύ δύσκολη απόφαση να μην επιλέξεις την ΙΒΜ για τον τεχνικό πάροχό σου. Μάλιστα, στη διεθνή αγορά κυκλοφορούσε το εξής απόφθεγμα: «Κανένας διευθυντής πληροφορικής δεν απολύθηκε ποτέ, γιατί επέλεξε την ΙΒΜ». Δηλαδή, η επιλογή της ΙΒΜ ήταν πάντοτε μια ασφαλής επιλογή, ενώ η επιλογή άλλης εταιρείας εγκυμονούσε τον κίνδυνο της αποτυχίας και κατά συνέπεια την απόλυση αυτού που πήρε την απόφαση.

Διαβάστε επίσης:
Γιάννης Κωστόπουλος, ο τραπεζίτης που νοιαζόταν για την τέχνη και την αρχαιολογία

Κρίνοντας, εκ των υστέρων, την απόφαση του Γ.Κ. να επιλέξει την εταιρεία μας για την προμήθεια του πρώτου συστήματος που θα αποκτούσε η Τράπεζα, φαίνεται ότι δικαιώθηκε πέρα για πέρα. Ηξερε ότι για την εταιρεία μας, θα ήταν η πρώτη εγκατάσταση σε τράπεζα και θα αφιερώναμε πολύ περισσότερο χρόνο και προσπάθεια, ώστε να επιτύχει η Τράπεζα. Είναι βέβαιο ότι δεν θα είχε την ίδια προνομιακή μεταχείριση από την ΙΒΜ. Πράγματι, η μηχανογραφική υποστήριξη της Τράπεζας υπήρξε εξαιρετικά επιτυχημένη και τη βοήθησε στο να αναπτυχθεί.

Και φθάνουμε στο 1979, όταν οι δυνατότητες του συστήματος Univac 90/30 εξαντλήθηκαν και η Τράπεζα έπρεπε να αντικαταστήσει το σύστημα με κάποιο άλλο, με πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες, ώστε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της νέας δεκαετίας. Πάλι, ύστερα από διαγωνισμό ο Γ.Κ. επέλεξε να συνεχίσει τη συνεργασία με την εταιρεία μας και αντικαταστήσαμε τον Univac 90/30 με ένα πολύ μεγαλύτερο σύστημα, τον Univac 1100/10. Η αξία του νέου συστήματος πλησίαζε τα 2 εκατομμύρια δολάρια, ποσό υπερβολικό για την εποχή εκείνη και τα μεγέθη της Τράπεζας. Είναι όμως σαφές δείγμα της στρατηγικής του Γ.Κ. Ηταν απόλυτα πεπεισμένος ότι μόνο με την ανάπτυξη της πληροφορικής θα μπορούσε να πλησιάσει τα μεγέθη των ανταγωνιστριών τραπεζών.

Θα σας αφηγηθώ ένα πολύ χαρακτηριστικό περιστατικό, το οποίο για μένα ήταν ένα πολύ μεγάλο μάθημα management. Λίγο πριν από τις εκλογές του ’81, με το ΠΑΣΟΚ να έχει προεξοφλήσει ουσιαστικά την άνοδό του στην εξουσία και να υπόσχεται στον λαό ότι θα κοινωνικοποιήσει (πιο λαϊκός όρος αντί για την κρατικοποίηση) βιομηχανίες και τράπεζες, μεταξύ των οποίων και την Τράπεζα Πίστεως (έτσι λεγόταν τότε η Alpha Bank), η Τράπεζα υπέγραψε με την εταιρεία μας μια πολύ μεγάλη επέκταση του συστήματός της. Μετά την υπογραφή της σύμβασης που έγινε στο γραφείο του Γ.Κ., τον ρώτησα: «Κύριε Πρόεδρε, όλες οι εφημερίδες γράφουν ότι το ΠΑΣΟΚ θα κρατικοποιήσει πολλές εταιρείες μεταξύ των οποίων και την Τράπεζά σας. Εσείς όμως προχωρείτε σε μια πολύ μεγάλη επένδυση στην πληροφορική. Δεν σας προβληματίζει η πιθανή κρατικοποίηση;». Η απάντησή του ήταν άμεση και αποστομωτική: «Το αν θα βγει το ΠΑΣΟΚ και θα με κρατικοποιήσουν, δεν μπορώ να το επηρεάσω. Ο,τι είναι να γίνει, θα γίνει στο θέμα αυτό. Αν όμως δεν κάνω τις επενδύσεις που πρέπει ΤΩΡΑ, θα έχω χάσει πολύτιμο χρόνο για την ανάπτυξη της Τράπεζας. Γι’ αυτό και προχωρώ σαν να μη συμβαίνει τίποτα». Φυσικά, δικαιώθηκε απόλυτα για άλλη μια φορά.

Διαβάστε επίσης:
Ξεχωριστός, γνήσιος ευπατρίδης

Η μοίρα παίζει όμως περίεργα παιχνίδια. Με την επέκταση εκείνη, αντικαταστήσαμε τον Univac 1100/10 με ένα πολύ μεγαλύτερο σύστημα, τον Univac 1100/60, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 1981 για την πρώτη ηλεκτρονική συγκέντρωση και μετάδοση των αποτελεσμάτων των εκλογών, οι οποίες ανέδειξαν το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, με τη συμβολή του συστήματος της Τράπεζας! Παρά τις προεκλογικές εξαγγελίες, η Τράπεζα παρέμεινε ιδιωτική και από τότε αναπτύχθηκε με αλματώδεις ρυθμούς. Στα ίδια παιχνίδια της μοίρας εμπίπτει και το γεγονός ότι η Alpha Bank απορρόφησε τις δύο μεγάλες τράπεζες της εποχής του 1974: Ιονική και Εμπορική.
Φύλαξα για το τέλος μια ενδιαφέρουσα ιστορία για τη δημιουργία της Δέλτα Πληροφορικής, μιας εταιρείας που έγραψε τη δική της ιστορία. Είναι αρχές του 1984. Η Univac διέθετε τότε ένα Center of Excellence στο Saint Paul de Vance στη Νότια Γαλλία, στο οποίο διοργάνωσε ένα συνέδριο με θέμα «Πληροφορική στις Τράπεζες του Μέλλοντος». Προσκάλεσα τον Γ.Κ. για το ενδιαφέρον συνέδριο αυτό. Μου έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση ότι παρακολουθούσε σχεδόν όλες τις εκδηλώσεις και συζητούσαμε για όσα ακούγαμε. Ενα βράδυ με προσκάλεσε για δείπνο στο Relais a Mougins, ένα από τα πιο gourmet εστιατόρια της περιοχής, η οποία φημίζεται γι’ αυτά. Στη χαλαρή κουβέντα που συνοδεύει ένα δείπνο επτά πιάτων με τα ανάλογα ποτά, μου είπε ότι θα ήθελε να δημιουργήσει μια εταιρεία πληροφορικής με αποκλειστικό αντικείμενο τις υπηρεσίες πληροφορικής. Εκτός από την πληροφορική της Τράπεζας, ήθελε ένα πιο ευέλικτο σχήμα το οποίο να του παρέχει υπηρεσίες για νέα τραπεζικά προϊόντα. Ουσιαστικά μου πρότεινε να αναλάβω τη δημιουργία της νέας εταιρείας. Με την επιστροφή στην Ελλάδα ξεκινήσαμε τις συζητήσεις και σε λίγους μήνες δημιουργήθηκε η Δέλτα Πληροφορική με κύριο μέτοχο την Alpha Bank, στην οποία πρόεδρος ήταν ο Γιάννης Κωστόπουλος.

Στο Καταστατικό της εταιρείας απαγορεύτηκε οποιαδήποτε εμπορική δραστηριότητα. Το σκεπτικό του Γ.Κ. ήταν εξαιρετικά απλό: «Το εμπόριο είναι γλυκό, φέρνει κέρδη, αλλά δεν δημιουργεί αξία. Η εταιρεία πρέπει να επικεντρωθεί μόνο στις υπηρεσίες». Πράγματι έτσι και έγινε. Η Δέλτα Πληροφορική, έκτος από το έργο των εκλογών που κληρονόμησε από την εταιρεία που αποσχίσθηκε (που είναι σαφέστατα έργο υπηρεσιών), στα 30 χρόνια λειτουργίας της δεν είχε κανένα έργο με το Δημόσιο, γιατί όλα τα έργα του Δημοσίου αφορούσαν προμήθειες εξοπλισμού, λογισμικού και υπηρεσιών. Ετσι επικεντρώθηκε στις υπηρεσίες σε άλλες τράπεζες του εσωτερικού και του εξωτερικού. Η συμβολή της στην ανάπτυξη της Alpha Bank ήταν καθοριστική. Η Διεύθυνση Πληροφορικής της Τράπεζας λειτουργούσε μέσα σε εξαιρετικά αυστηρά πλαίσια ασφαλείας σαν οργανωμένος τακτικός στρατός, ενώ η Δέλτα, που είχε μεγαλύτερη ευελιξία, λειτουργούσε σαν μονάδα κομάντος. Ετσι, η στρατηγική του Γ.Κ. ήταν απόλυτα επιτυχής. Η Δέλτα λειτουργούσε σαν πάροχος outsourcing υπηρεσιών προς την Τράπεζα, σε όλα τα θέματα που δεν ήταν μέρος των βασικών λειτουργιών της (core business).

Σαν μέτρο επιτυχίας της στρατηγικής της Τράπεζας, αρκεί να αναφερθεί ότι το 2004, η Δέλτα Πληροφορική μεταβιβάστηκε από την Alpha Bank στον αμερικανικό κολοσσό υπηρεσιών, την First Data Corporation, έναντι του ποσού των 206 εκατομμυρίων ευρώ. Ηταν μία από τις μεγαλύτερες ξένες επενδύσεις στην Ελλάδα και μοναδική στον χώρο των υπηρεσιών πληροφορικής, για την εποχή εκείνη!

* Ο κ. Ανδρέας Δρυμιώτης είναι σύμβουλος επιχειρήσεων.