ΑΠΟΨΕΙΣ

Το Μεσολόγγι του 1824 στην Κριμαία του 1991

Τον Οκτώβριο του 1991 μια τριμελής δημοσιογραφική αποστολή βρέθηκε στο Ζαπρούντνογιε, ένα χωριό 40 χιλιόμετρα έξω από τη Γιάλτα, για να καταγράψει μια μεταμόρφωση. Τουλάχιστον μια. Γιατί δεν ήταν μόνο το πολύ όμορφο αυτό μικρό μέρος στο οποίο κυκλοφορούσαν πρόσωπα ντυμένα αλλιώτικα, με χοντρά υφάσματα, κάπες από προβιές, όπου τα ελληνικά αναμειγνύονταν με τα ρωσικά και ένα παχύ στρώμα ομίχλης, μαζί με παγωνιά, κάλυπτε τα πάντα δίνοντας την αίσθηση ενός τόπου μη πραγματικού. Hταν και κάτι ακόμη: η χρονιά της ανεξαρτησίας της Ουκρανίας, με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ. Η Κριμαία, από τη μια στιγμή στην άλλη, δεν ανήκε στη Σοβιετική Eνωση. 

Τι σήμαινε αυτό πρακτικά για την ελληνοσοβιετική συμπαραγωγή του «Λόρδου Βύρωνα» (υπερπαραγωγή για την ακρίβεια) που είχε οργανώσει ο Νίκος Κούνδουρος, με συντονιστή τον εξαιρετικά έμπειρο και πολύτιμο Μάνο Ζαχαρία, διευθυντή φωτογραφίας τον Νίκο Καβουκίδη και ενδυματολόγο τον Διονύση Φωτόπουλο; Πώς επηρέαζαν το Μεσολόγγι του 1824, στο οποίο είχε μετατραπεί το Ζαπρούντνογιε, οι πολιτικές εξελίξεις στη Ρωσία; Το πρώτο που διαβάζω από την ανταπόκρισή μου στην «Κ» εκείνης της περιόδου (30/10/1991) είναι η έλλειψη καυσίμων, άρα αδυναμία μετακίνησης. Hταν σχεδόν αδύνατον να καλυφθεί η απόσταση από το χωριό στη Γιάλτα (πάνω από μια, δυο, ίσως φορές) και έτσι περάσαμε μια εβδομάδα, περίπου, κι εμείς, μέσα στον πυρετό της Επανάστασης, παρακολουθώντας από κοντά τα πάθη και τα αδιέξοδα ενός δαιμονικού Λόρδου Βύρωνα (που υποδυόταν ο Μάνος Βακούσης) όπως τον ήθελαν ο σκηνοθέτης και συν-σεναριογράφος, μαζί με τον Φώτη Κωνσταντινίδη. Στο χάος της επανάστασης, βασανισμένος από πυρετούς, κυνηγημένος από τις μνήμες, ο Μπάυρον δίνει στο Μεσολόγγι την τελευταία μάχη του. «Μπάυρον, η Μπαλάντα ενός Δαιμονισμένου» είναι ο τίτλος της ταινίας, που γύρισε με πείσμα και οίστρο (σε περίσσευμα και τα δύο) ο Νίκος Κούνδουρος και η οποία στην πορεία της απέσπασε πολλά βραβεία. 

Eνα επιτελείο από 60 τεχνικούς και ηθοποιούς (Eλληνες και Ρώσους) ανασύστησε το Μεσολόγγι στο οποίο φτάνει ο Λόρδος Βύρωνας (φαλακρός, όχι ευειδής και ελαφρώς ανάπηρος, όψη στον αντίποδα των εξιδανικευτικών αποτυπώσεων) με πρόθεση να βοηθήσει με τα χρήματά του τους επαναστατημένους Eλληνες. Αλλά και «αναζητώντας έναν τόπο για να πεθάνει απελπισμένος μέσα στην υπαρξιακή αγωνία του». Η ταινία του Νίκου Κούνδουρου αυθαιρετούσε, με τον οικείο τρόπο του σκηνοθέτη: εμπνευσμένο, πληθωρικό, απείθαρχο. Μας προειδοποίησε, εξάλλου, και ο ίδιος ευθύς εξαρχής: «Το δικό μας Μεσολόγγι είναι μια πόλη φάντασμα».  Πράγματι, το είδαμε να γεννιέται μέρα με τη μέρα. Γκρίζο, πέτρινο, υγρό, πρόβαλλε μέσα από πυκνή ομίχλη. Φρόντιζε, γι’ αυτό ένας Ρώσος πυροτεχνουργός, ο Αλεξάντερ, εκτελώντας την επαναλαμβανόμενη εντολή του Νίκου Καβουκίδη: «Αλεξάντερ, ντιμ!» (σημαίνει καπνός στα ρωσικά). 

Το εσωτερικό ντεκόρ μεταβαλλόταν από δωμάτιο του Βύρωνα σε καπηλειό, σε πορνείο, σε στάβλο, σε δωμάτιο της Αυγούστας, της αδελφής και ερωμένης του (στον ρόλο η όμορφη Βέρα Σοτνίκοβα). Δαίμονας κι αυτή, το alter ego του Μπάυρον. 

«Η επανάσταση αρχίζει από εδώ… απ’ το κεφάλι», λέει κάποιος στον Μπάυρον. «Λάθος από εδώ αρχίζει από τα έντερα», απαντά εκείνος σωματοποιώντας πλήρως την τρέλα και την οδύνη. Και έχει ως άξονα της ζωής του τη φράση: «Στην άκρη της έσχατης απελπισίας περιμένουν τα πιο τολμηρά μας όνειρα». 

Μια αλλόκοτη αλληλουχία εικόνων και συναισθημάτων, σχεδόν παραισθησιακή. Αυτό ανακαλώ στη μνήμη μου. Θραύσματα μνήμης, για την ακρίβεια. Δύο μεγάλα ρεπορτάζ και μια συνέντευξη στον σκηνοθέτη, βοηθούν στην ανασύσταση, μαζί με μια μικρή έκδοση (Αγρα) που κυκλοφόρησε πριν από λίγα χρόνια, με τίτλο «Γράμματα από την Κριμαία». Είναι οι επιστολές ανάμεσα στον ερωτευμένο Νίκο Κούνδουρο και στη γυναίκα και συνοδοιπόρο του Σωτηρία Ματζίρη, την περίοδο των γυρισμάτων. «Η αφομοίωσή μας με τον χώρο ήταν πιο γρήγορη από όσο μπορούσε να φανταστεί κανείς.

Ενσωματωθήκαμε κυριολεκτικά στον τόπο που μας φιλοξενεί. Αγαπήσαμε τους ανθρώπους και μας αγάπησαν. Η απελπισία του Μπάυρον ταυτίστηκε με την απελπισία του τόπου, του κλίματος», μας είχε πει ο Ν. Κούνδουρος.  

Ρωτάει ο Λόρδος Βύρων μια τσιγγάνα που διαβάζει τη μοίρα: «Πότε θα πεθάνω;». «Ποτέ», του απαντάει εκείνη.