ΑΠΟΨΕΙΣ

Να συμφιλιωθούμε με τον εαυτό μας

Διακόσια χρόνια ανεξάρτητου έθνους, 40 χρόνια στην Ευρωπαϊκή Ενωση: οι επέτειοι προσφέρουν πάντα αφορμή απολογισμού και αναστοχασμού.

Υπήρξε κατά καιρούς δημοφιλές στην κοινωνία μας το αφήγημα του αυτο-οικτιρμού και της θυματοποίησης. Η πρόσληψη μιας Ελλάδας-κλωτσοσκούφι των ξένων, ενός λαού που είναι «πάντα αδικημένος και πάντα προδομένος». Στον αντίποδα αυτής της αφήγησης ανθούσε μια εξίσου στερεοτυπική, κι εξίσου συμπλεγματική, αυτοαντίληψη ιστορικής, ακόμη και φυλετικής, υπεροχής ενός περιούσιου λαού, προικισμένου με μοναδικά χαρακτηριστικά, προορισμένου να μεγαλουργεί. Αυτή η ψευδαίσθηση εθνικού εξαιρετισμού δεν είναι ελληνικό προνόμιο: κάθε λαός τείνει να διεκδικεί μια μοναδική ταυτότητα για τον εαυτό του.

Ομως η συμπλεγματική ανωτερότητα, όπως και η συμπλεγματική κατωτερότητα, παράγει επικίνδυνες καταστάσεις. Οι ψευδαισθήσεις υπεροχής, που δεν φιλτράρονται από ψύχραιμη στάθμιση των συνθηκών, μπορούν να οδηγήσουν σε δεινές περιπέτειες. Μεθυσμένη από την εκατονταετηρίδα του 1821, η Ελλάδα κατέληξε το 1922 σε μιαν ανείπωτη εθνική καταστροφή.

Η Επανάσταση του ’21 μπορεί να διαβαστεί ως δικαίωση ενός τολμηρού εθνικού οράματος, όταν αυτό εμβαπτίστηκε σε μια τετράγωνη ρεαλιστική ανάλυση των διεθνών συσχετισμών. Το 1821 επικράτησε χάρη στον αγώνα των κλεφταρματολών, αλλά και στο διπλωματικό δαιμόνιο ηγετών όπως ο Μαυροκορδάτος και ο Καποδίστριας, οι οποίοι έπεισαν τις Μεγάλες Δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) όχι μόνο για το δίκιο του Αγώνα αλλά και για το δικό τους συμφέρον στη νίκη των Ελλήνων. Η Ελληνική Επανάσταση ήταν ταυτόχρονα ένα εγχείρημα πειθούς και εξωστρέφειας. Μια ιστορικά επιτυχής άσκηση διεθνούς δημόσιας διπλωματίας, που μεταξύ άλλων αξιοποίησε το κεφάλαιο «ήπιας ισχύος» του ρομαντικού θαυμασμού της αρχαίας Ελλάδας. Ο συνδυασμός όλων αυτών επέφερε τη σωτήρια επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων στο Ναυαρίνο το 1927, που αντέστρεψε τις προηγούμενες στρατιωτικές ήττες και έκρινε το αποτέλεσμα του Αγώνα.

Οι ψευδαισθήσεις υπεροχής εγκυμονούν βίαιες απογοητεύσεις, όταν η πραγματικότητα υπολείπεται των υπερφίαλων προσδοκιών. Υπονομεύουν τη δυνατότητα να σχετιστείς παραγωγικά και επωφελώς με τους άλλους, να συνεργαστείς υπό συνθήκες ισοτιμίας, να υφάνεις πλέγματα μακροπρόθεσμης συστηματικής συνύπαρξης και αμοιβαίου ορθολογικού συμφέροντος. Οι ακραίες ταλαντώσεις του εκκρεμούς, από τον εθνικό αυτοθαυμασμό στον συλλογικό αυτοοικτιρμό, από το «είμαστε γεννημένοι νικητές» στο «όλοι συνωμοτούν εναντίον μας», είναι εξίσου βλαπτικές εκδοχές μιας ελλιπούς και θυμικά φορτισμένης ανάγνωσης της Ιστορίας.

Ζήσαμε ως κοινωνία ψυχικές εντάσεις που παροξύνθηκαν στη διαδοχή των ακραίων μεταπτώσεων της τελευταίας εικοσαετίας: από την εθνική ευφορία της εισδοχής στο ευρώ και των Ολυμπιακών του 2004, πέντε χρόνια αργότερα στην άβυσσο της πολυετούς οικονομικής κρίσης, στη συλλογική απελπισία και διεθνή ανυποληψία. Στις ήττες, όμως, σηκωνόμαστε ξανά όρθιοι, ξεσκονίζουμε το χώμα από πάνω μας και προχωράμε.

Περάσαμε 7 πολέμους, 4 εμφυλίους και 7 χρεοκοπίες, κατά τη διατύπωση του Γ. Δερτιλή. Ενα έθνος που ξεκίνησε από την ακραία φτώχεια, για να καταλήξει στις 40 πλουσιότερες χώρες στον κόσμο, παρά τη φοβερή ύφεση της περασμένης δεκαετίας. Στη διαδρομή της η Ελλάδα ολοκληρώθηκε εδαφικά, αφομοίωσε επιτυχώς τους πληθυσμούς που κληροδότησε η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Πέρασε από αγροτική κοινωνία στην εκβιομηχάνιση σε μια ανεπτυγμένη κοινωνία υπηρεσιών, μετατρέποντας σήμερα την κρίση σε ευκαιρία για άλμα ψηφιακού εκσυγχρονισμού. Από μια «καχεκτική δημοκρατία» της μετεμφυλιακής περιόδου, στην πληρέστερη περίοδο αδιάλειπτου δημοκρατικού βίου μετά το 1974. Παρά την κατά καιρούς πόλωση, τις εντάσεις, τη διόγκωση του λαϊκισμού, η Δημοκρατία μας άντεξε την πολυετή κρίση, παραδίδοντας το 2019 ένα από τα πλέον φιλοευρωπαϊκά κοινοβούλια στην Ευρώπη. Και παραμένουμε το ένατο παλαιότερο μέλος της Ε.Ε., συνιδιοκτήτες του πιο ανεπτυγμένου κλαμπ χωρών στον κόσμο. Δεν είναι βραχύς ο κατάλογος των επιτευγμάτων.

Αυτή η χώρα διέπραξε πλήθος σφαλμάτων, αλλά στις κομβικές, στρατηγικές επιλογές στάθηκε στη σωστή πλευρά της Ιστορίας. Προσδέθηκε στη Δύση, εισάγοντας θεσμικό πολιτισμό και το έρμα της στρατηγικής σταθερότητας που απουσίαζε από τον ευμετάβολο κοινωνικό και πολιτικό της κορμό.

Ο μακρός ιστορικός χρόνος είναι εκεί για να μας θυμίζει τη διαδοχική συνύπαρξη επιτυχιών και αποτυχιών. Στην επίγνωση των ορίων μας ανθεί η αυτοσυνειδησία και καρποφορεί η εθνική αυτοπεποίθηση. Δεν υπάρχει τίποτα αναπότρεπτο και νομοτελειακό στα επιτεύγματα του έθνους μας, τίποτα «γραφτό από τη μοίρα» στις ματαιώσεις μας. Και αυτό είναι τελικά μεγάλο προνόμιο: μια διαρκής υπόμνηση ενάντια τόσο στον ευδαίμονα εφησυχασμό όσο και στην αυτο-οικτίρμονα μοιρολατρία.
 
* Ο κ. Γιώργος Παγουλάτος είναι καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, γενικός διευθυντής του ΕΛΙΑΜΕΠ.