ΑΠΟΨΕΙΣ

ΔΙΑΤΑΣΕΙΣ

diataseis-561317677

Κανείς δεν φυτρώνει

Η ανάπτυξη εθνικής συνείδησης στην Ελλάδα δεν είναι καθόλου εύκολη διαδικασία. Μέσα σε μια κοινωνία που διαρκώς βράζει, και υπό την επήρεια μιας κατακερματισμένης παιδείας που προωθεί στενόμυαλα δόγματα εις βάρος της ιστορικής γνώσης και ανάλυσης, το θέμα ανάγεται κυρίως στις διαζευκτικές σφαίρες του φανατισμού ή της απαξίωσης. Με λίγα λόγια, η εθνική συνείδηση αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο ιδεολογικής μάχης, με προαποφασισμένους όρους. Υπέρ ή κατά, ακραίος εθνικισμός ή αυτόματος μηδενισμός. Ελάχιστοι δείχνουν να καταλαβαίνουν, ωστόσο, ότι πρόκειται πρωτίστως για μια κατάσταση υπαρξιακή. Ανεξάρτητα από τη στάση που αποφασίζει κανείς να κρατήσει απέναντί της, δικαίως ή αδίκως, όταν μιλάμε για εθνική συνείδηση εννοούμε ένα στοιχείο ταυτότητας που σε σημαντικό βαθμό μάς προσδιορίζει αντικειμενικά, είτε μας αρέσει είτε όχι.

Ουσία στη γιορτή

Συγκριτικά με τον τρόπο που η Ελλάδα συνηθίζει να γιορτάζει εθνικές επετείους, ο φετινός εορτασμός της 25ης Μαρτίου είχε έναν μάλλον σεμνό και συγκρατημένο χαρακτήρα. Σε γενικές γραμμές, το φολκλόρ δεν έγινε γκροτέσκο, η ιστορικότητα αντιστάθηκε στην προπαγάνδα και το εθνικό δεν ξέπεσε σε κομματικό. Φυσικά, πολλά μπορούν να ειπωθούν για τις παρελάσεις, τα σύμβολα και τις επιδείξεις εν μέσω πανδημίας, ωστόσο τίποτα από αυτά δεν αναιρεί ότι η συμπλήρωση δύο αιώνων από το 1821 είναι ένα αξιοπρόσεκτο γεγονός. Για την ακρίβεια, είναι μια πολύ καλή ευκαιρία για στοχασμό, που δεν είναι ανάγκη να γίνει πολύ προσωπικός και να μας ξεβολέψει. Μπορεί να είναι μόνο εγκυκλοπαιδικός. Ποια είναι η νεότερη Ελλάδα και τι υπήρχε πριν στη θέση της; Πώς οικοδομήθηκε το ελληνικό κράτος, ποιοι αποτέλεσαν το σώμα του και τι τους ένωσε ώστε να διεκδικήσουν μια ενιαία ταυτότητα; Πώς αυτή η ταυτότητα έφτασε σε εμάς και με ποιον τρόπο μάς αφορά; Διακόσια χρόνια πριν δεν είναι πολύ μακριά. Εχουμε στενότερη σχέση απ’ όση νομίζουμε με το παρελθόν.

Μηδενισμός ως χόμπι

Προκαλεί, λοιπόν, ένα δυσάρεστο είδος απορίας η περιφρόνηση διάφορων πολιτικών χώρων, και κυρίως της αντιπολίτευσης, όχι προς τις εθνικιστικές ακρότητες (δεν είδαμε, άλλωστε, πολλές τέτοιες), αλλά προς την ίδια την έννοια της εθνικής συνείδησης στην πιο αθώα και αχρωμάτιστη εκδοχή της. Εδώ και μέρες, πολιτικοί και κοινωνικά δίκτυα σε αγαστή συνεργασία προσπαθούν να υποβαθμίσουν την επίκαιρη συζήτηση περί έθνους σε ανεπιθύμητο παραληρηματικό θόρυβο, σαν να πρόκειται για κάτι ευτελές και οριακά κακοποιητικό. Η στάση αυτή μπροστά σε κάθε υπόνοια εθνικού ζητήματος είναι απολύτως παράλογη. Οχι απλώς επειδή πολλοί απ’ όσους την ενστερνίζονται, υπό άλλες συνθήκες, πλησιέστερες στις ιδεοληψίες τους, σπεύδουν να υιοθετήσουν ομαδικές ταυτότητες και σύμβολα, όπως ακριβώς οι κοινωνοί μιας εθνικής ιδέας. Είναι παράλογη επειδή η εθνική ταυτότητα δεν σημαίνει απαραίτητα εθνική υποχρέωση και υπερηφάνεια, όπως φοβούνται. Σημαίνει αυτογνωσία. Εξερεύνηση μιας εκτεταμένης ρίζας που εξηγεί εναργώς τη σύνθετη πραγματικότητα που ζούμε σήμερα όσοι αναγνωριζόμαστε ως Ελληνες.

Παράδειγμα προς αποφυγήν

Η γραφική ομιλία του Παύλου Πολάκη στη Βουλή πριν από λίγες μέρες, με την οποία, διά της κλασικής ρητορικής μεθόδου της τραμπούκικης αυθεντίας, επιχείρησε την κομματική οικειοποίηση των προσωπικοτήτων της Επανάστασης, είναι ένα καλό παράδειγμα σχετικά με το πόσο απαραίτητη είναι η εθνική συνείδηση, με την έννοια της ενθύμησης και της επίγνωσης του αληθούς. Ενα παράδειγμα που ενεργοποιείται αρνητικά, βέβαια, καθώς ο Παύλος Πολάκης αντιπροσωπεύει τον προβληματικό τρόπο σκέψης στον οποίο μας ωθεί η άρνηση να αντιμετωπίσουμε τη χώρα, την ιστορία της και τη θέση μας μέσα στο συνεχές τους, με ευθύνη, ψυχραιμία και έναν ελάχιστο βαθμό ενδιαφέροντος.

Συνείδηση και αυτοβελτίωση

Η στοιχειώδης εθνική συνείδηση, λοιπόν, αποτρέπει τους απλουστευτικούς κι αναχρονιστικούς συσχετισμούς τού σήμερα με το χθες, ενθαρρύνοντας αντ’ αυτών τη μελέτη της Ιστορίας μέσα από το πρίσμα της εκάστοτε εποχής. Δεν αποσκοπεί στον οπαδισμό και στην πόλωση, αλλά στην ερμηνεία και στην κατανόηση. Δεν βλέπει τα πρόσωπα της Επανάστασης ούτε σαν άγιες μορφές ούτε σαν φίλους, αλλά ως ανθρώπους με πάθη, πλεονεκτήματα, μειονεκτήματα, ποικίλες ηθικές αποχρώσεις, ιδέες και συμφέροντα σε άμεση εξάρτηση από το πλαίσιο της ζωής τους. Δεν «ψωνίζει» λόγους σύγχρονης ύπαρξης σε ρετρό καταστήματα βολικών αφηγημάτων, αλλά εμβαθύνει στη διαχρονική ανθρώπινη συνθήκη και ψηλαφεί τα νήματα που την περιγράφουν συνεκτικά.

Παρελθοντικό πρότυπο μέλλοντος

Για όποιον ενδιαφέρεται να συναγάγει έστω και ένα συμπέρασμα από τη φιλολογία της Επανάστασης, το πιο χρήσιμο είναι και το πιο προφανές: πριν από διακόσια χρόνια, άνθρωποι με διαφορετικές καταβολές, γλώσσες και εμπειρίες, βρήκαν τον τρόπο, παρά τα βάσανα και τις απροσπέλαστες απ’ τον δικό μας νου κακουχίες, να συγκροτήσουν ένα μαχητικό μέτωπο (άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο κοινό) προκειμένου να ζήσουν καλύτερα. Αλλά, για να το κάνουν αυτό, χρειάστηκε πρώτα να παραμερίσουν τις μικρότητές τους (τα «ένοχα» απομνημονεύματά τους υπάρχουν ακόμα για τους δύσπιστους!) και να αναζητήσουν τις ομοιότητές τους. Και το έκαναν χωρίς να ντραπούν. Ο αγώνας για κοινούς παρονομαστές είναι το μονοπάτι της επιβίωσης. Ισως αυτό να είναι τελικά η εθνική συνείδηση και, ειλικρινά, δεν ακούγεται τόσο κακό.