ΑΠΟΨΕΙΣ

Λίνα Μενδώνη: Πλάκες

lina-mendoni-plakes0Η αντίδραση ήταν αντανακλαστική. Οταν φάνηκε ότι η Siemens δεν μετείχε στον διαγωνισμό για τα self-tests, ο οποίος υποτίθεται ότι είχε στηθεί για χάρη της, οι γιδοκυνηγοί που έγραφαν επί δύο ημέρες στις ανακοινώσεις τους ότι είχαν πιάσει τον πρωθυπουργό με τη γίδα στην πλάτη, απαντούσαν ενστικτωδώς: «Είδαν ότι τους πιάσαμε και έκαναν πίσω». Η γίδα ήταν εκεί, αλλά έβγαλε φτερά και πέταξε.

Την ίδια μαγεία, της καταγγελίας που εξαφανίζει το καταγγελλόμενο, επικαλέστηκε ο ΣΥΡΙΖΑ και στην περίπτωση της πλάκας επί της οποίας η υπουργός Πολιτισμού θα λάξευε το όνομά της για να υφαρπάξει τη δόξα του Ικτίνου και του Καλλικράτη. Η πλάκα τελικώς δεν έγραφε «Μενδώνη», αλλά προφανώς αυτή η παράλειψη ήταν αποτέλεσμα της εγρήγορσης που επέδειξε η αντιπολίτευση της πλάκας. Είδε ότι την πιάσαμε με τη σμίλη στο χέρι και έκανε πίσω.

Η χάραξη του ονόματος της υπουργού προβλεπόταν, κατά το τυπικό, στο κείμενο της σύμβασης. Το γεγονός ότι το όνομα δεν ενεγράφη στις πινακίδες που είχαν ήδη ετοιμαστεί, δείχνει μάλλον μια κάποια αίσθηση του μέτρου, παρά το αντίθετο.

⇒ Διαβάστε επίσης: Η Μενδώνη στον πόλεμο των ιδεών

Ομως, ακόμη και αν η χοντράδα είχε διαπραχθεί, όπως την παρουσίασε η καταγγελτική φαντασία του ΣΥΡΙΖΑ, άξιζε το θέμα κάτι περισσότερο από δημόσια χλεύη; Αξιζε τα προεδρικά «κατηγορώ»· τα πρωτοσέλιδα· τις ερωτήσεις της αρμόδιας τομέαρχου Πολιτισμού στη Βουλή;

Το παράδειγμα είναι ενδεικτικό. Στην περίπτωση της Ακρόπολης, υπάρχει όντως χώρος για συζήτηση. Υπάρχει πεδίο κριτικής για το αν η παρέμβαση που επιχειρήθηκε είναι σε αισθητική αναλογία με το μνημείο· για το αν μπορούσε να επιτευχθεί ο χρηστικός σκοπός με πιο λιτά μέσα. Αυτή ακριβώς τη θεμιτή συζήτηση ευτελίζει πρώτη η αντιπολίτευση, υποβιβάζοντάς τη σε ξεμάλλιασμα για το ενδεχόμενο μιας μαρκίζας.

Το παράδειγμα είναι ενδεικτικό για τον επιπλέον λόγο, ότι δείχνει τα συμπτώματα αυτής της μετα-ιδεολογικής αντιπολίτευσης. Στόχοι της δεν είναι τα θέματα, αλλά τα πρόσωπα.

Η Μενδώνη ενδείκνυται γιατί δεν είναι πολιτικός. Και γιατί όταν η ίδια αξιώνει να μπει στην αντιπαράθεση, φανερώνει την έλλειψη επικοινωνιακών δεξιοτήτων. Η υπερεπένδυση, όμως, στον εύκολο στόχο εκθέτει και την εμμονή των επιτιθέμενων. Κάθε μέρα, κάθε ώρα, προσφέρεται μια πλάκα αναθέματος για τη Μενδώνη – την ώρα που η «πραγματική πραγματικότητα» κοχλάζει.

Προκειμένου να βρεθεί σε θέση βολής, ο ΣΥΡΙΖΑ της μετα-ιδεολογικής καταγγελίας γλιστράει ακόμη και στην αρχαιολαγνική ορθοδοξία υπέρ βωμών που έχουμε μάθει να χρεώνουμε στην αντίπαλη παράταξη. Η Αριστερά καταλήγει να φωνάζει «εκάς οι βέβηλοι».

Ετσι, το δόγμα «πες κάτι αριστερό» έχει αντικατασταθεί από το «πες κάτι αντικυβερνητικό» – ό,τι να ’ναι. Το κόμμα μεταλλάσσεται σε μηχανισμό σκανδαλοθηρίας.