ΑΠΟΨΕΙΣ

ΔΙΑΤΑΣΕΙΣ

diataseis-561326206

Συστημικό πρόβλημα

Δεν είναι σαφές αν θα καταφέρουμε ποτέ να μάθουμε την ακριβή αλήθεια για την υπόθεση Φουρθιώτη – ΕΛ.ΑΣ. Κάθε ελληνικό πολιτικό φαινόμενο που προκαλεί ντροπή, άλλωστε, βρίσκει τον τρόπο να καταπλακώνεται από τόνους τεχνητής ασάφειας, γραφειοκρατίας και επικοινωνιακών τακτικισμών, ώστε στο τέλος ξεχνιέται σαν παλιό ανέκδοτο. Η κυβέρνηση έχει ήδη αρχίσει να βγάζει την ουρά της απέξω και η αντιπολίτευση έχει ξεκινήσει μια ακόμη, απολύτως αναμενόμενη, καμπάνια μικροπολιτικής σπέκουλας. Στην πραγματικότητα, καμία από τις δύο πλευρές δεν ενδιαφέρεται να αναγνωρίσει τη συστημική ρίζα της επίδικης κατάστασης. Με μια πιο προσεκτική έρευνα, ποιος ξέρει πόσες άλλες αντίστοιχες περιπτώσεις με του Φουρθιώτη θα ανακαλύπταμε.

Φιλοσοφική απορία

Ο πολυπράγμων μάνατζερ – τηλεπαρουσιαστής – εντερπρενέρ με τον σπαρταριστό βίο δικαιούται, βέβαια, όπως όλοι οι πολίτες, να ζητήσει αστυνομική προστασία εφόσον κρίνει ότι τη χρειάζεται. Το αν πληροί τις τυπικές προδιαγραφές για αυτή την κρατική παροχή ή την απολαμβάνει χάρη στις διασυνδέσεις του και στις ιδιαίτερες πιέσεις που είναι σε θέση να ασκήσει, ας το κρίνουν οι αρμόδιοι και ας πράξουν αναλόγως. Οπως όλες οι φαιδρές υποθέσεις, όμως, έτσι και αυτή εδώ εμπεριέχει ένα σκέλος σημαντικότερο από τα πραγματικά περιστατικά της: ακόμα κι αν η πλευρά Φουρθιώτη είναι απολύτως σύννομη, τι είδους σύστημα είναι αυτό που σπαταλάει πολύτιμους πόρους για χάρη του παρουσιαστή και κατά πόσον κρίνεται κοινωνικά συμφέρον;

Μια άβολη ανισότητα

Εκδότες, τηλεπερσόνες, διάσημοι τραγουδιστές, ισχυροί παράγοντες από διάφορα επαγγελματικά πεδία μπορεί πράγματι να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο λόγω του εύρους και της δημοσιότητας της απασχόλησής τους. Παράλληλα, όμως, οι απολαβές τους είναι τέτοιες που προφανώς καθιστούν το (εκούσιο) ρίσκο άξιο ανάληψης. Η χρηματοδότηση της προσωπικής τους φύλαξης από τους φορολογουμένους, δηλαδή η κάλυψη της δυσάρεστης έκφανσης της πολυτελούς ζωής τους με κρατική δαπάνη και εις βάρος εκείνων που ζουν και βιοπορίζονται πιο μετριοπαθώς, αποτελεί μια νομιμοποιημένη ανισότητα. Κι αυτό γιατί εν προκειμένω δεν έχουμε ένα δικαίωμα που εφαρμόζεται βάσει αναλογικότητας· δεν διαφυλάσσεται δηλαδή το δικαίωμα κάθε πολίτη στην ασφάλεια, σύμφωνα με τις ατομικές του ανάγκες. Αντιθέτως, έχουμε ένα φαινόμενο προνομιακής μεταχείρισης, εφόσον τα πενιχρά μέσα της αστυνομίας εκ των πραγμάτων δεν επαρκούν για όλους. Πόσο μάλλον για να αξιοποιούνται προς όφελος των μαξιμαλιστικών απαιτήσεων μερικών εκλεκτών. Δεν είναι δυνατόν να αποκτά ένας πολίτης προσωπική φρουρά, τη στιγμή που οι περισσότεροι δεν έχουν πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες της αστυνομίας.

Αστυνομία για λίγους

Παρότι οι καταγγελίες περί απειλητικής εφόδου του παρουσιαστή σε υπουργεία, συνοδεία μπράβων, δεν προδιαθέτουν για νόμιμες και δικαιολογημένες αξιώσεις, ούτε βέβαια δίνουν την εικόνα ανυπεράσπιστου πολίτη για την ασφάλεια του οποίου οφείλουμε όλοι εμείς οι υπόλοιποι να βάλουμε σε δεύτερη μοίρα τη δική μας, ας υποθέσουμε ότι δεν συντρέχει λόγος ανησυχίας για ενδεχόμενη παρατυπία. Ας τα βάλουμε σε θεωρητικό επίπεδο με τον νόμο, τους θεσμούς και τις διαδικασίες που δίνουν στον παρουσιαστή το δικαίωμα να διεκδικεί προστασία και να την κερδίζει. Το ζήτημα αποδεικνύεται προβληματικό στη βάση του: Είναι οι αστυνομικές δυνάμεις απεριόριστες; Οχι. Είναι πρακτικώς λειτουργική και ηθικά αποδεκτή η χρήση των αστυνομικών ως φρουρών διασήμων, την ώρα που η παρουσία τους είναι αναγκαία σε τόσα άλλα πόστα μαστιζόμενα από ελλείψεις; Προφανώς όχι. Η θέση μερικών πολιτών ως ιδιαίτερα σημαντικών στα μάτια της αστυνομίας ανοίγει μια επικίνδυνη ψαλίδα αντιδημοκρατικότητας, γελοιοποιεί την ίδια την αστυνομία και εκφράζει κακή διοικητική οικονομία.

Αμελητέα εγκλήματα

Είναι περίεργο αλλά, με έναν ειρωνικό τρόπο, και εξόχως διαφωτιστικό, η είδηση της φύλαξης μιας τηλεπερσόνας από κάμποσους αστυνομικούς συνέπεσε χρονικά με τον διπλό φόνο στη Μακρινίτσα. Το έγκλημα αυτό δεν έγινε κατά τύχη, δεν ήταν κάτι που δεν είχε προβλεφθεί. Ισα ίσα, οι Αρχές γνώριζαν τις λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στο ένα εκ των θυμάτων, δηλαδή την 28χρονη, και τον εν διαστάσει σύζυγό της και δράστη. Αλλά και το θύμα, ακριβώς επειδή κινδύνευε θανάσιμα, αποδεδειγμένα και επί μακρόν από το συγκεκριμένο πρόσωπο, είχε ζητήσει αστυνομική προστασία. Φυσικά, τέτοια προστασία δεν έλαβε ποτέ και ως εκ τούτου σήμερα δεν ζει.

Γυναικοκτονία ως παράδειγμα

Είναι προφανές ότι δεν είναι ρεαλιστική η προσδοκία να υπάρχει από ένας αστυνομικός για κάθε πολίτη που κινδυνεύει. Ομως είναι ζωτικής σημασίας να γίνει κατανοητό πως κίνδυνο διατρέχουμε όλοι, συχνά αστάθμητο μάλιστα. Το παράδειγμα μιας ακόμη γυναικοκτονίας είναι εδώ για να καταδείξει ότι η έννοια των προσώπων υψηλού κινδύνου είναι σχετική, αν όχι σαθρή. Ισως και να μπερδεύουμε τον υψηλό κίνδυνο με τη δημοσιότητα της ενδεχόμενης πραγμάτωσής του. Γυναίκες κινδυνεύουν καθημερινά επειδή είναι γυναίκες, από εκδικητικούς συντρόφους, από διαταραγμένους αγνώστους, από ανθρώπους που έχουν το θράσος να τις απειλούν ακόμη και μπροστά στην αστυνομία – όπως έκανε ο δράστης του εγκλήματος στον Βόλο. Κι αν ο κίνδυνος κάθε γυναίκας ξεχωριστά θεωρείται αμελητέος, όλα τα σχετικά περιστατικά αθροισμένα πλάθουν έναν κίνδυνο ευδιάκριτο, για τον οποίο ίσως αξίζουν λίγοι παραπάνω εύκαιροι αστυνομικοί.