ΑΠΟΨΕΙΣ

Επιφυλάξεις σε ευφρόσυνο κλίμα

Είναι φανερό ότι, στην Ελλάδα μας τουλάχιστον, η επικρατούσα αντίληψη είναι ότι φτάσαμε και ζούμε πλέον στη μεταπανδημική εποχή. Οτι τελειώσαμε οριστικά με την COVID-19 και μπορούμε ανέμελοι και αμέριμνοι να απολαμβάνουμε τρόπους ζωής και κοινωνικής συμπεριφοράς προ πανδημίας, ακόμη και αν κάποιοι από αυτούς είναι αντικειμενικά απαράδεκτοι και στο πλαίσιο της λεγόμενης κανονικότητας, όχι βέβαια της ελληνικής… 

Για μια πολύ μεγάλη μερίδα του πληθυσμού, για την πλειοψηφία πιθανότατα, δεν έχει καμία σημασία ότι στην πραγματικότητα η επέλαση του κορωνοϊού είναι σε πλήρη εξέλιξη παγκοσμίως, και ειδικά στην Ελλάδα, τελευταία, δεν δικαιούμαστε να νιώθουμε υπερήφανοι και κυρίως καθησυχασμένοι για τις επιδόσεις μας στην αντιμετώπισή του. Το αποδεικνύουν τα σχετικά αριθμητικά και ποσοστιαία δεδομένα. Υπεύθυνοι είναι οι πάντες, η κυβέρνηση, σύσσωμη η πολιτική τάξη, η Εκκλησία, η «αδούλωτη» και μη κυβερνήσιμη ελληνική κοινωνία, τα μίντια, το Διαδίκτυο, ο… καλός μας ο καιρός. Ολα μαζί, και μακάρι να μην έλθει ποτέ η ώρα του ακριβού τιμήματος (ούτε καν στον τουρισμό), όπως στην Ινδία και τη μετάλλαξή της που προκαλεί νέες ταχυκαρδίες στους απανταχού ειδικούς.

Το κλίμα της ευφορίας και της χαλαρότητας, με τη σημαντική βοήθεια της με ποικίλους τρόπους γενναιόδωρης οικονομικής στήριξης των πολιτών από την πολιτεία (να δούμε πώς θα «μαζέψει» επιδόματα και διευκολύνσεις η όποια κυβέρνηση, όταν εδραιωθεί η πολυπόθητη κανονικότητα), δεν περιορίζεται σε όσα αφορούν την πανδημία. Κλίμα αισιοδοξίας καλλιεργείται, δικαιολογημένα ίσως σε ένα βαθμό, σχετικά με την αναμενόμενη εκτίναξη της οικονομίας, αφού νικηθεί η πανδημία. Με τη βοήθεια του ευλογημένου ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης που αναμένεται να απογειώσει την Ελλάδα όταν τα δισεκατομμύριά του φτάσουν εδώ. Απαιτείται φυσικά άλλο ένα βαθύ μακάρι, καθώς δεν ξέρουμε πώς θα ανταποκριθεί ο δοξασμένος ιδιωτικός τομέας, και η εμπειρία από τη διαχείριση κοινοτικών κονδυλίων στο παρελθόν δεν ήταν πάντα η καλύτερη στη χώρα μας, το αντίθετο.

Οι επιφυλάξεις που διατυπώνονται χαμηλότονα παραπάνω είναι ενδεικτικές, αν και αφορούν δύο εξαιρετικά ζωτικούς τομείς. Δεν προέρχονται από διάθεση απαισιοδοξίας ή επιθυμίας να χαλάσουν το κλίμα, αλλά οφείλονται αφενός σε γνώση της πατρίδας μας, αφετέρου σε πεποίθηση ότι οι κοινωνίες και οι λαοί δεν μεταλλάσσονται τόσο γρήγορα όσοι οι ιοί. Το ίδιο ισχύει και για τις πολιτικές, οικονομικές, συνδικαλιστικές, επαγγελματικές  και άλλες ηγεσίες, που άλλωστε αναδεικνύονται με την ψήφο της βάσης. Κλασικό παράδειγμα η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, πού αδυνατεί να υπηρετήσει την ανάγκη διεύρυνσης της απήχησής της και να προσαρμοστεί στις συνθήκες που ανακύπτουν. Γιατί η ίδια δεν μπορεί να ξεπεράσει τις αντικειμενικές δυνατότητές της, αλλά και γιατί η βάση του κόμματος δεν το επιτρέπει.

Σε αντίστοιχο πλαίσιο εντάσσονται οι αντιδράσεις βουλευτών της Ν.Δ. σε προσπάθεια εκλογίκευσης της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, αλλά και η εκτός χρόνου και καιρών δημόσια συζήτηση που γίνεται σχετικά με το εργασιακό νομοσχέδιο. Συζήτηση που ανάγεται στο 1980 και πίσω.