ΑΠΟΨΕΙΣ

Ελλάδα – Τουρκία, δύο κοινωνίες σε κίνηση

Μια επίμονη εντύπωσή μου από την Τουρκία ανατρέχει περίπου 15 χρόνια πίσω. Είχα προσκληθεί από ένα πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης να μιλήσω για την Ε.Ε. Ερχόμουν από μια ευρωπαϊκή χώρα που είχε κλείσει ένα τέταρτο του αιώνα στο καλύτερο κλαμπ του κόσμου, στον προθάλαμο του οποίου η γείτων ανέμενε υπομονετικά. Οι φιλόξενοι οικοδεσπότες μου ήθελαν να μάθουν περισσότερα για το πώς είναι να είσαι στην Ε.Ε., κι εγώ είχα έρθει με τον αέρα κάποιου που μόλις έφθασε από τη «Δύση». Ομως, κάθε ώρα που περνούσε, η αυτοπεποίθησή μου εξανεμιζόταν. Το πανεπιστήμιό τους ήταν υποδειγματικό, το campus εκτενές, οργανωμένο, πεντακάθαρο, το αμφιθέατρο σύγχρονο και λειτουργικό. Ενα λουκούλλειο γεύμα μάς περίμενε στο εστιατόριο του πανεπιστημίου. Κάθε εικόνα με οδηγούσε στην αναπόφευκτη σύγκριση με τους δικούς μας πανεπιστημιακούς χώρους, τα γκράφιτι, τις καταστροφές, την κουρελαρία, και μελαγχολούσα. Το τελειωτικό χτύπημα δόθηκε όταν έξω από τις αίθουσες σεμιναρίων είδα καρτέλες με τα ονόματα των εγγεγραμμένων φοιτητών. Αυτομάτως θυμήθηκα την καταγγελία που θυροκόλλησε στην πόρτα μου φοιτητική παράταξη, όταν είχα επιχειρήσει να καταγράψω παρουσίες στα μαθήματά μου.

Η Τουρκία του Ερντογάν έχει διανύσει πολύ δρόμο από τότε – σε κατεύθυνση αντίθετη από εκείνη της προόδου. Περνάει από κρίση σε κρίση, ζει μια έξαρση επιθετικότητας, αναθεωρητισμού και μιλιταρισμού, δεν τη χωράει η γειτονιά της, ασφυκτιά στην ιστορία της και στον κορσέ της διεθνούς νομιμότητας. Τα πανεπιστήμιά της είναι πλέον πεδία καταστολής αλλά και αντίστασης από φοιτητές και καθηγητές, που με διακινδύνευση υπερασπίζονται την ακαδημαϊκή ελευθερία.

Για μια χώρα καθημερινά παρούσα στα ελληνικά ΜΜΕ, ξέρουμε πολλά για την Τουρκία, αλλά και τόσο λίγα. Γι’ αυτό η πρώτη ταυτόχρονη έρευνα κοινής γνώμης Ελλάδας – Τουρκίας (έργο ΕΛΙΑΜΕΠ – διαΝΕΟσις – MRB – IPC – Konda) είναι ιδιαιτέρως διαφωτιστική.

Κατ’ αρχάς για τις συγκλίσεις που αναδεικνύει. Οι δύο κοινωνίες μοιάζουν, χωρίς η μία να συνιστά αντανάκλαση της άλλης. Συνδέονται στην αντίληψη ότι είναι γείτονες, υποχρεωμένοι να συμβιώσουν. Η πλειοψηφία συμφωνεί στην ειρηνική διευθέτηση των διαφορών. Ομως οι Τούρκοι αισθάνονται πιο ήρεμοι, φιλικοί και ασφαλείς απέναντί μας από ό,τι εμείς.

Αυτό εξηγείται από μια κρίσιμη ασυμμετρία. Η Τουρκία είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα ασφάλειας της Ελλάδας, αλλά η Ελλάδα δεν είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα ασφάλειας της Τουρκίας. Η ελληνική κοινωνία εμφανίζεται πιο ανήσυχη για ένα στρατιωτικό επεισόδιο σε σύγκριση με την τουρκική (70% έναντι 42%). Οι περισσότεροι Ελληνες προσβλέπουν σε οργανισμούς όπως η Ε.Ε. και σε κυρώσεις για την ενίσχυση της εξωτερικής μας πολιτικής, ενώ οι Τούρκοι προτιμούν την ενίσχυση των διμερών σχέσεων. Είναι ακόμα πιο καχύποπτοι από τους καχύποπτους Ελληνες απέναντι στον ρόλο του διεθνούς παράγοντα. Θεωρούν ότι Ε.Ε. και ΗΠΑ ευνοούν συστηματικά την Ελλάδα.

Κι οι δύο κοινωνίες είναι δέσμιες του κυρίαρχου εθνικού αφηγήματος. Στην Τουρκία, το εθνικιστικό αφήγημα Ερντογάν δείχνει κραταιό, αμφισβητείται όμως έντονα από τους νέους. Η Ελλάδα δεν ήταν στον χάρτη απειλών της Τουρκίας τα τελευταία 20 χρόνια, γι’ αυτό η αρνητική εικόνα είναι σχεδόν ανύπαρκτη στους νεότερους Τούρκους. Θα είναι σημαντικό η ελληνοτουρκική αντιπαράθεση να μην διαποτίσει τις νεότερες γενιές, διότι κάπως έτσι κοινωνίες φανατίζονται κι οι συγκρούσεις καθίστανται αυτοεκπληρούμενες προφητείες.

Η τουρκική κοινωνία υποστηρίζει την ένταξη στην Ε.Ε., στην οποία αντιτίθεται η ελληνική. Αρα η στρατηγική που μετέτρεπε την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας σε μοχλό επίλυσης των ελληνοτουρκικών διαφορών δεν είναι πλέον ρεαλιστική. Αυτό αναδεικνύει για την Ελλάδα άλλα πλαίσια ευρωτουρκικών σχέσεων (όπως η τελωνειακή ένωση), που συνδυάζουν θετική ατζέντα με ουσιαστική και αξιόπιστη αιρεσιμότητα.

Καθοριστικός ο άξονας Δεξιάς – Αριστεράς: Η Αριστερά διάκειται ευμενέστερα και μετριοπαθέστερα προς τη γείτονα. Το ίδιο κι οι νεότεροι σε σχέση με τους γηραιότερους. Μεγάλη η διαφορά ποιότητας μεταξύ νεότερων και μεγαλύτερων ηλικιών, υψηλότερης έναντι χαμηλότερης μόρφωσης.
Χωρίς ψευδαισθήσεις ωστόσο. Βαραίνει η ιστορία κι ο απόηχος της χειρότερης διμερούς κλιμάκωσης των τελευταίων δύο δεκαετιών. Tα μεγέθη, η γεωστρατηγική θέση, τα δεδομένα, καθορίζουν απόψεις και στάσεις της πλειοψηφίας σε κάθε χώρα, με μεγάλη δόση ρεαλισμού.

Αναμετριέται εδώ ο ρεαλισμός της προσδοκίας για μια διευθέτηση των διμερών ζητημάτων κι ένα καλύτερο πλαίσιο συνύπαρξης με τον ρεαλισμό της απαισιοδοξίας που επιμένει ότι μια τέτοια βελτίωση δεν είναι «ρεαλιστική». Είναι πολύ νωρίς να πούμε ποιος από τους δύο «ρεαλισμούς» θα επικρατήσει. Είναι όμως σαφές ότι η στάθμιση της κοινής γνώμης θα έχει κρίσιμο ρόλο στις σχετικές επιλογές.

* Ο κ. Γιώργος Παγουλάτος είναι καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, γενικός διευθυντής του ΕΛΙΑΜΕΠ.