ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΣ

Ισαάκ Μιζάν, ακούραστος στη διατήρηση της μνήμης

isaak-mizan-akoyrastos-sti-diatirisi-tis-mnimis-561389509

Περπατούσε αργά στο σαλόνι κουβαλώντας δύο χοντρούς φακέλους, γεμάτους με αφιερώσεις μαθητών. «Είστε πολύ τυχερός που γλιτώσατε τον βίαιο θάνατο και μας δίνετε αυτήν τη μαρτυρία», «συγχαρητήρια για το μεγάλο κουράγιο σας», «είστε αξιοθαύμαστος», του έγραφαν παιδιά γυμνασίου. Είχε διηγηθεί τόσες φορές τα βιώματά του, σε μικρούς και σε μεγάλους, είχε ανακαλέσει τις ίδιες επώδυνες εικόνες σε συνεντεύξεις και σε επιμορφωτικά προγράμματα εκπαιδευτικών και όμως εκείνο το απόγευμα, στα τέλη Ιανουαρίου του 2015, ο Ισαάκ Μιζάν ήταν πρόθυμος να μιλήσει ξανά. Φορώντας ένα κασκέτο μέσα στο σπίτι του, για να μην κρυώνει, κάθισε απέναντί μου και περιέγραψε όλα όσα έζησε ως αιχμάλωτος στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της ναζιστικής Γερμανίας. Ηταν ακούραστος στη διατήρηση της μνήμης, μέχρι και την τελευταία στιγμή.

Στις 27 Ιανουαρίου 2021, παρά την προχωρημένη ηλικία του, συμμετείχε στην εκδήλωση για τη Διεθνή Ημέρα Μνήμης Θυμάτων του Ολοκαυτώματος. Σηκώθηκε τότε από το αναπηρικό του αμαξίδιο, υποβασταζόμενος, στο άκουσμα του εθνικού Υμνου. Στις 28 Μαΐου 2021 απεβίωσε. Ηταν 94 ετών. «Με συγκίνηση αποχαιρετούμε τον Ισαάκ Μιζάν, τον τελευταίο Αρτινό επιζώντα του Ολοκαυτώματος. Ανθρωπος σεμνός και βαθιά ευγενής, πρόσφερε πολλά στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης», έγραψε σε συλλυπητήριο μήνυμά της η Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου.
Πριν από έξι χρόνια σε εκείνη τη συνάντησή μας, ο Μιζάν δίπλωσε το αριστερό του μανίκι προτάσσοντας τον βραχίονά του με τον αριθμό 182641. «Το βλέπετε αυτό; Είναι τίτλος τιμής για μένα, νεαρέ μου», είχε πει. Δεν μιλούσε πάντοτε για τα στρατόπεδα του θανάτου, τουλάχιστον όχι τις πρώτες δεκαετίες μετά την απελευθέρωσή του. Δεν ήταν ο μόνος. Οπως έχουν διαπιστώσει ιστορικοί που μελετούν εκείνη την περίοδο, για τους περισσότερους επιζήσαντες προείχε να οικοδομήσουν ξανά τη διαλυμένη τους ζωή προτού αποδεχθούν το τραύμα τους και το αφηγηθούν ως ιστορική μαρτυρία. Αρκετοί δεν αποκάλυπταν για καιρό τα βιώματά τους ούτε στα παιδιά τους. 

Στα πρώτα χρόνια μετά τον πόλεμο, όταν συναντούσε πρώην συγκρατούμενούς του, ο Μιζάν μοιραζόταν ορισμένες αναμνήσεις, προτιμούσε όμως τότε να συζητάει κυρίως για τη ζωή του στην Αρτα, για τις ωραίες στιγμές, παρά για τα στρατόπεδα. Σταδιακά αυτό άλλαξε. Κάθε εκδήλωση, κάθε αφορμή αναμόχλευε οδυνηρές πτυχές εκείνης της περιόδου και με τον καιρό οι άλλοτε αποσπασματικές αφηγήσεις εξελίχθηκαν σε πλήρη εξιστόρηση. Θεωρούσε ότι ήταν πολύ σημαντικό να ακούγεται η ιστορία, να παραμείνει ζωντανή. Η μαρτυρία του αποτυπώθηκε το 2016 και στο βιβλίο του Δημήτρη Βλαχοπάνου, «Ισαάκ Μιζάν – Αριθμός βραχίονα 182641».

Γεννήθηκε στην Αρτα το 1927, ο μικρότερος από τα έξι παιδιά του Ιωσήφ και της Ανέτας Μιζάν. «Φιλοξενούσαμε ένα λοχαγό του αλβανικού μετώπου που είχε περάσει στο αντάρτικο. Νομίζαμε ότι είχαν έρθει να συλλάβουν αυτόν και τον κρύψαμε στο πατάρι», είχε πει για την ημέρα που οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής εμφανίστηκαν στην πόρτα του σπιτιού του. Η οικογένειά του εστάλη από εκεί πρώτα στο Αγρίνιο και έπειτα στο Ρουφ, στην Αθήνα, προτού επιβιβαστεί στα βαγόνια που την οδήγησαν στο Αουσβιτς. Τότε ο Ισαάκ Μιζάν ήταν μόλις 16 ετών. Την ίδια μοίρα είχαν περισσότεροι από 300 Εβραίοι που ζούσαν στην Αρτα. 

Μόλις έφτασαν στο Αουσβιτς, τους χώρισαν σε ικανούς και μη για εργασία και έστειλαν τον Μιζάν στο Μπιρκενάου. Κατά καιρούς είχε μιλήσει για τις ευκαιρίες που είχε να δραπετεύσει όσο ακόμη τους κρατούσαν στην Ελλάδα. Δεν το έπραξε, όμως, γιατί δεν ήθελε να αποχωριστεί την οικογένειά του, αλλά και γιατί οι Γερμανοί τούς είχαν καλλιεργήσει την ψευδαίσθηση ότι δεν θα τους έβρισκε κάποιο κακό στα στρατόπεδα. Δεν ήξεραν πού τους οδηγούσαν.

«Μας έβαλαν σε μια αίθουσα γυμνούς και όρθιους όλη τη νύχτα. Την επομένη άρχισαν να μας κουρεύουν και μας έβαλαν το νούμερο και τη ριγέ στολή. Ξυπνάγαμε πέντε το πρωί, μας έδιναν ένα ρόφημα, τσάι για τους πρώτους, όσους προλάβαιναν, και μετά πηγαίναμε σε διάφορες δουλειές. Ημουν πολύ δυνατός και δούλευα. Οταν έρχονταν τα φορτηγά να αδειάσουμε τα τσιμέντα, ενώ όλοι έπαιρναν ένα σακί εγώ έπιανα δύο. Δεν ξέρω γιατί το έκανα. Δεν θα μου έδιναν περισσότερο φαγητό γι’ αυτό. Στη διαλογή μάς έλεγαν να γδυθούμε, μας έβαζαν σε σειρές να αφήσουμε τα ρούχα μας κάτω στα πόδια. Πριν από τη μεταφορά στους φούρνους τις γυναίκες τις κούρευαν και έβγαζαν ό,τι χρυσά δόντια είχαν στο στόμα τους. Περνούσε ένας Γερμανός και κοίταζε πόσο κρέας έχουμε πάνω μας. Ειδικά μας κοίταζαν στον πισινό, για να δουν αν είμαστε ακόμη ικανοί για εργασία. Οσους έβγαζαν ως αδύναμους έφευγαν κατευθείαν για τα κρεματόρια. Μεταξύ των ανδρών έβαζαν και κάνα δυο μωρά, για να γίνει η καύσις πιο γρήγορα. Το καταλαβαίνετε αυτό; Ξέραμε ότι κάποια στιγμή δεν θα γυρίσει κανείς πίσω και δεν είχαμε το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Μας ήταν αδιάφορη η ζωή», είχε πει σε εκείνη τη συνάντησή μας.

Στις ομιλίες και στις συνεντεύξεις που είχε δώσει, ο Μιζάν είχε αναφερθεί στα ξαδέλφια του που ήταν «ζοντερκομάντο», ανήκαν δηλαδή στις ομάδες αιχμαλώτων που εξαναγκάζονταν να μεταφέρουν τις σορούς από τους θαλάμους αερίων. Είχε μιλήσει για όσους έκαναν αποτυχημένες απόπειρες απόδρασης και οι φρουροί τούς κρεμούσαν μπροστά στους άλλους αιχμαλώτους για παραδειγματισμό. Είχε περιγράψει όσα έζησε και στο στρατόπεδο Μπέργκεν – Μπέλσεν, όπου εστάλη αργότερα. «Να φανταστείτε πως ούτε τροφή είχαμε και βάζαμε τα πτώματα για μαξιλάρι». Οι γονείς του, τρεις αδελφές του και άλλοι συγγενείς του δεν επιβίωσαν από το Ολοκαύτωμα.

Μετά την Απελευθέρωση ο Μιζάν επέστρεψε στην Αρτα, όπου έμεινε μέχρι το 1961. Μετοίκησε στην Αθήνα, εργάστηκε ως έμπορος, παντρεύτηκε το 1963 και απέκτησε δύο παιδιά και δύο εγγόνια. Μέσα από κείμενα, βίντεο και τις σελίδες ενός βιβλίου, η μαρτυρία του θα συνεχίσει το ταξίδι της στον χρόνο, ώστε κανείς να μην μπορέσει να πει ότι δεν γνώριζε.