ΑΠΟΨΕΙΣ

Εμείς και ο Χρόνος, μετά την πανδημία

Πόσο έτοιμοι είμαστε για τη ζωή μετά την πανδημία; Διαβάζω διάφορα άρθρα στον ξένο Τύπο (το πιο πρόσφατο στην Washington Post, 7/6) και συμμερίζομαι απόλυτα τη δυσθυμία των σχολιαστών: «Ο κόσμος ξανανοίγει, αλλά δεν είμαστε όλοι έτοιμοι για την “κανονικότητα”». Και ποια είναι αλήθεια αυτή η «κανονικότητα», αφού ό,τι αφήσαμε πριν από έναν χρόνο (συνήθειες, εξόδους, επικοινωνίες, δραστηριότητες, ταξίδια, καθημερινές ασχολίες κ.ο.κ.) δεν τα ξαναβρίσκουμε, με την έννοια ότι ούτε αυτά παραμένουν αναλλοίωτα ούτε εμείς είμαστε ίδιοι. Η σχάση ανάμεσα στο «πριν» και το «μετά» δεν αποκαθίσταται με μια συγκολλητική ουσία. Οι μετακινήσεις έχουν συντελεστεί. Εχουν περάσει στρώσεις χρόνου και όχι απλώς ημερολογιακού, αλλά εσωτερικού. Εχουν επαναξιολογηθεί πολλά από αυτά που συνείχαν το 24ωρό μας, που διαμόρφωναν τα άγχη, τις διεκδικήσεις, τα «απαραίτητα» και τα «αναγκαία». Θεάματα, φαγητό με φίλους, συναντήσεις εκτός σπιτιού, ραντεβού επαγγελματικά διά ζώσης, εκτός πλατφορμών, εκτός οθόνης υπολογιστή… Επιστρέφουμε, αλήθεια, με χαρά;

Μια πρώτη «επίσημη» γεύση αυτής της αγωνίας της επιστροφής είδα και αισθάνθηκα στο Φεστιβάλ Αθηνών το Σάββατο 5 Ιουνίου. Ηταν η εβδομάδα της εκκίνησής του, στην Πειραιώς 260. Πλήθος από νέους ανθρώπους, με μάσκες και ευλαβική τήρηση των μέτρων από τους εργαζομένους, ο χώρος Δ με περιορισμένο αριθμό θέσεων, η καλλιτεχνική διευθύντρια Κατερίνα Ευαγγελάτου ήταν εκεί (είναι κάθε βράδυ εκεί), ως οικοδέσποινα, με την ταραχή και την ελπίδα της πρεμιέρας. Κάθε μέρα και μία «πρεμιέρα» θα είναι φέτος το Φεστιβάλ. Με την έννοια της πρώτης επαφής με το κοινό. Ας δούμε όμως τις εσωτερικές, ψυχογενείς, συνθήκες: μια σιωπηλή σειρά ανθρώπων που πορεύεται τηρώντας αποστάσεις, δύσκολα δύο μαζί, πιο εύκολα ο ένας πίσω από τον άλλον, χωρίς να σταματούν, να κοντοστέκονται για να μιλήσουν, τα πηγαδάκια και να σχηματιστούν είναι αμήχανα αφού κανείς δεν μπορεί να πλησιάσει κανέναν. Και, επιπλέον, λείπει η διάθεση. Η ομάδα του δημοφιλούς Γάλλου χορογράφου Καντέρ Ατού που παρακολουθήσαμε («Οι ρίζες – Μετάδοση») έμοιαζε ασυντόνιστη, άρρυθμη, έλειπε αυτή η ροή σώματος, η αλληλουχία κινήσεων (διπλό το πρόβλημα όταν η έμπνευση έρχεται από το χιπ χοπ), εξέπεμπε βάρος και ανασφάλεια… Είναι κι αυτό συνέπεια της μετα-πανδημικής ζωής της τέχνης; Είχαν χρόνο οι Ελληνες/ίδες street χορευτές/χορεύτριες να κάνουν πρόβες, να ενταχθούν, ώστε το σύνολο να είναι «αφομοιωμένο»; Μήπως ο ένας χρόνος καραντίνας στέρησε, μοιραία, τους χορευτές από την εμπλοκή της συνύπαρξης, της αλληλοεπίδρασης; Ολοι ήταν διστακτικοί. Κοινό και καλλιτέχνες. Παρά τις επευφημίες στο φινάλε. Περισσότερο ενθάρρυνση θύμιζαν παρά επιβράβευση. 

Θα ξαναβρούμε, άραγε, τη ροή των πραγμάτων; Την αλληλουχία της κίνησης, χωρίς φόβο, χωρίς ένταση, χωρίς μια, ενσωματωμένη πια, διστακτικότητα; Είναι σχεδόν συμβολικό αυτό που παρακολουθήσαμε στην πρώτη φεστιβαλική παράσταση χορού. Συμβολικό γιατί αντανακλούσε αυτό το ανεπαίσθητο έλλειμμα σωματικότητας και εντέλει «παρουσίας». Προσπαθούμε όλοι να είμαστε «παρόντες», αλλά σαν να έχουμε ξεμάθει. Λίγο παρόντες, περισσότερο απόντες. Ισως αυτό, σιγά σιγά, να ανατραπεί και η ισορροπία του θεάματος να ξαναβρεί τις αρχές και τους κανόνες της. Οπως και η ισορροπία των θεατών. 

Αναζήτησα στη βιβλιοθήκη, από παρόρμηση παρά από λογική ακολουθία, το «Εμείς και ο Χρόνος», το θεατρικό του Βρετανού Τζων Μπ. Πρίσλεϊ (1894-1984), στις ανεπανάληπτες εκδόσεις της «Δωδώνης» (Παγκόσμιο Θέατρο, αρ. 19), σε μετάφραση Λυκούργου Καλλέργη. Το θέμα στο έργο (πρωτοπαρουσιάστηκε από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν, το 1946) είναι η ιστορία μιας αστικής οικογένειας. Παρουσιάζεται πρώτα στη νεανική της μακαριότητα και αισιοδοξία. Επειτα στον διασκορπισμό της και στο οικτρό ναυάγιο των ονείρων της, και στη συνέχεια με μια ανατροπή ο συγγραφέας ξαναφέρνει μπρος στα μάτια του θεατή την ίδια αυτή οικογένεια στη μακάρια πρώτη εποχή, μέσα στη νεανική της ευθυμία, στα όνειρα και στις ελπίδες. 

Σαν να έχει συμβεί και σε εμάς αυτό το μεταφυσικό πείραμα στον χρόνο, σκέφτομαι. Με το άνοιγμα, εκ νέου, της αυλαίας εμείς δεν βλέπουμε τη γιορτή, την ακούμε μονάχα. Οπως στην πρώτη πράξη του έργου, στο σπίτι των Κόνουεϊς.