ΑΠΟΨΕΙΣ

«Θετικό κλίμα» και πραγματικότητα

Πολύ σωστά ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης πήγε στη συνάντηση με τον Ταγίπ Ερντογάν με «μικρό καλάθι» προσδοκιών και δίχως ψευδαισθήσεις. Η Τουρκία δεν πρόκειται να αλλάξει στάση απέναντι στην Ελλάδα, δεν θα σταματήσει να προβάλλει συνεχώς απαιτήσεις και μάλιστα αυξανόμενες, δεν θα παύσει να θεωρεί ότι ο χώρος της γεωστρατηγικής επιρροής και προώθησης των συμφερόντων της περιλαμβάνει και τη δική μας χώρα, κάτι που η ελληνική πλευρά πρέπει να αποδεχθεί οριστικά, αμετάκλητα και δίχως αντιρρήσεις. Αυτά, ασχέτως των δηλώσεων μετά τη συνάντηση των δύο ηγετών, όσο και του κλίματος που θα διαμορφωθεί μετά τη συνομιλία Μπάιντεν – Ερντογάν. 

Οι προθέσεις της Αγκυρας δεν προκύπτουν από την ουδέτερη, μετριοπαθή έστω, δήλωση του προέδρου της Τουρκίας πριν από τη συνάντηση. Είπε ότι ο διάλογος που είναι σε εξέλιξη τις τελευταίες εβδομάδες μεταξύ Αθήνας και Ουάσιγκτον βοήθησε στη λύση κάποιων διμερών ζητημάτων. Ούτε η εκτίμηση της ελληνικής πλευράς ότι η συνάντηση έγινε σε θετικό κλίμα και συνέβαλε στο «να σπάσει ο πάγος», για να αποφεύγονται στο άμεσο μέλλον οι προκλήσεις, αλλάζει την πραγματικότητα. Την πραγματικότητα, που μέχρι την τελευταία στιγμή καθόριζαν δηλώσεις σαν αυτή του Τούρκου υπουργού Αμυνας, ότι η Ελλάδα είναι εκείνη που από το 1821 ακολουθεί επεκτατική πολιτική απέναντι στη δική του χώρα (ταυτίζοντας προφανώς τη σημερινή Τουρκία με την Οθωμανική Αυτοκρατορία) ή του συμβούλου του Ερντογάν, ότι οι Ελληνες θα ξαναπνιγούν στο Αιγαίο, όπως έγινε το 1922.

Είναι σαφές ότι οι επανειλημμένες ανάλογες δηλώσεις του Ακάρ συμβαδίζουν με τη νεοοθωμανική πολιτική που ασκεί το καθεστώς Ερντογάν με αιχμή το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», αφού στην «επεκτατική πολιτική», σύμφωνα με την έννοια που της προσδίδει, μπορούν να ενταχθούν όλοι οι απελευθερωτικοί αγώνες του 19ου αιώνα κατά του οθωμανικού ζυγού, που κατέληξαν στη δημιουργία των βαλκανικών χωρών και το ίδιο ισχύει και για τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο. Είναι επομένως σαφές ότι βασικός στόχος της σημερινής Τουρκίας είναι η ακύρωση, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, όσων σφραγίστηκαν τελικά με τη Συνθήκη της Λωζάννης. Δεν το κρύβει άλλωστε.

Οι επισημάνσεις αυτές δεν αμφισβητούν την αναγκαιότητα της διατήρησης συνεχούς διαλόγου για να αποφεύγονται οι παντοειδείς προκλήσεις επί του πεδίου και να επικρατεί κλίμα ύφεσης. Η ελληνική πολιτική τάξη, όμως, δεν πρέπει να βαυκαλίζεται για τις σταθερές επιδιώξεις των γειτόνων. Οι αλλαγές τακτικής εξαιτίας άλλων πιέσεων και αναγκών, όπως συμβαίνει στη σημερινή συγκυρία, δεν αλλάζουν τους στρατηγικούς στόχους της Αγκυρας. Κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να γίνει, είτε η Τουρκία παραμείνει «πιστή» στη Δύση, επειδή υποχρεώνεται να το κάνει, είτε επιλέξει τη δική της διαφορετική πορεία. Δεν πρέπει να λησμονείται η αέναη προσπάθειά της να διαχωρίσει τα ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό από τις σχέσεις της με την Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Επομένως, ναι στον διάλογο και στο ήρεμο κλίμα, αλλά με άγρυπνο μάτι και θωράκιση.