ΑΠΟΨΕΙΣ

ΔΙΑΤΑΣΕΙΣ

diataseis-561412942

Υπενθύμιση της φρίκης

Η ειδεχθής, εν ψυχρώ δολοφονία της εικοσάχρονης Καρολάιν στα Γλυκά Νέρα από τον σύζυγό της ανακίνησε πολλές λανθάνουσες παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας: τις κακοποιητικές σχέσεις που κρύβονται εντέχνως κάτω από τόνους φωτογραφικών φίλτρων, την ανομολόγητη μικροαστική ασφυξία, τις προβληματικές νεανικές σχέσεις, τη ρομαντικοποίηση της ανελευθερίας, την εξιδανίκευση του γάμου, το κοινωνικό αδιέξοδο και τη μοναξιά της καταπίεσης, αλλά και την ανεπάρκεια του οικογενειακού περιβάλλοντος μπροστά σε κινδύνους που έχει εκπαιδευτεί να παραβλέπει. Για πολλοστή φορά συνειδητοποιούμε ότι οι θανάσιμες απειλές δεν ελλοχεύουν μόνο σε σημεία που εμπνέουν υποψίες, αλλά και σε εξαιρετικά φωτογενή σπίτια. Ο κόσμος είναι πράγματι ένα επικίνδυνο μέρος. Περισσότερο όμως κι από το ίδιο το έγκλημα, την κοινή γνώμη φάνηκε να συγκλονίζει η χρήση του όρου «γυναικοκτονία».

Σπασίκλες εκτός θέματος

Τα επιχειρήματα κατά του όρου είναι γνωστά: δεν είναι νομικώς δόκιμος, επιφυλάσσει στις γυναίκες ειδική μεταχείριση, είναι περιττός γιατί καλύπτεται από τον ευρύτερο όρο της ανθρωποκτονίας ή άλλα εξειδικευμένα άρθρα του Ποινικού Κώδικα. Ολα τα επιχειρήματα κατά της γυναικοκτονίας, ωστόσο, και τα νομοτεχνικά και τα επιστημονικοφανή, αγνοούν μία βασική παράμετρο: ο σκοπός του όρου δεν είναι να δημιουργήσει με το ζόρι μια νέα ετερότητα· είναι να περιγράψει μια ήδη υπάρχουσα. Τα εγκλήματα δεν συνδέονται μόνο με την ανθρώπινη ιδιότητα του θύματός τους, αλλά και με τα πιο ειδικά χαρακτηριστικά που τα πλαισιώνουν και που επιδρούν στην υποκειμενική υπόστασή τους. Οι γυναικοκτονίες δεν μας απασχολούν ως τέτοιες επειδή έχουν θύματα γυναίκες, αλλά επειδή τα θύματά τους στοχοποιούνται λόγω του φύλου τους. Και στοχοποιούνται λόγω του φύλου τους επειδή μεγάλο μέρος ανδρών αντιλαμβάνεται τις γυναίκες ιδιοκτησιακά από καταβολής της Ιστορίας, ασκώντας αντίστοιχη εξουσία εις βάρος τους. Αυτό δεν είναι νομικό θέμα, αλλά κοινωνιολογικό και ψυχολογικό. Και ως τέτοιο μπορεί να υπαχθεί στον όρο της γυναικοκτονίας, ανεξάρτητα από τη νομική του ακρίβεια (η οποία είναι ούτως ή άλλως σχετική και ευμετάβλητη).

Καθεστωτική κουλτούρα

Ο διάλογος για τη γυναικοκτονία, όμως, δεν είναι ένας θεωρητικός διάλογος εννοιών και ορολογιών, και όποιος τον αντιλαμβάνεται μόνο ακαδημαϊκά το κάνει επειδή έχει τη σχετική πολυτέλεια. Πρόκειται για ένα κατεξοχήν ζήτημα κουλτούρας που αν η εξέτασή του δεν ξεκινήσει από τη βάση μιας κοινής παραδοχής, είναι καταδικασμένο να αναλώνεται σε άκαρπους ρητορικούς ανταγωνισμούς και φλυαρίες. Η ουσία παραμένει μία: ο καθ’ ομολογίαν του δολοφόνος της Καρολάιν σκότωσε την –κατά τα στοιχεία εγκλωβισμένη στη σχέση– σύζυγό του ψύχραιμα και με μια λεπτομερή οργάνωση που υπό συνθήκες μικρότερης τεχνολογικής προόδου ίσως και να του επέτρεπαν να γλιτώσει την τιμωρία. Τη δολοφονική αυτή συμπεριφορά δεν την εκδήλωσε ούτε στον πατέρα, ούτε σε κάποιον συνάδελφο, ούτε σ’ ένα φίλο του. Αισθάνθηκε την ελευθερία να σκοτώσει την Καρολάιν όχι τυχαία, αλλά επειδή, ως γυναίκα, τη θεώρησε κτήμα του. Οι σαχλές λεπτομέρειες της απολογίας του που κυκλοφόρησαν μετά την ομολογία είναι τόσο καταφανώς και άτεχνα πλαστές, που επιβεβαιώνουν ότι στην πραγματικότητα δεν μπορεί καν να προσφέρει στην πράξη του μια κάποια αιτιολογική βάση, ίσα ίσα για τους τύπους. Σκότωσε επειδή μπορούσε. Σκότωσε εκείνη που μπορούσε.

Πολιτικοποίηση και αδιαφορία

Η πολιτικοποίηση της δολοφονίας, από την άλλη, όπως και κάθε άλλη απόπειρα εργαλειοποίησης προβεβλημένων εγκλημάτων, δεν προσφέρει τίποτα στη μάχη κατά του μισογυνισμού και του έμφυλου εγκλήματος. Ή μάλλον προσφέρει κάτι: διαιώνιση. Οι άνθρωποι που εξαρτούν την οργή τους για ένα απάνθρωπο συμβάν από τα ταυτοτικά χαρακτηριστικά του δράστη δεν ενδιαφέρονται για το θύμα. Ως φωνακλάδες νάρκισσοι, ενδιαφέρονται κυρίως για τον εαυτό τους και τη μικροπρεπή ηθική ικανοποίηση που κομίζει η επιβεβαίωση της ιδεοληπτικής τους προφητείας. Κι έτσι, αντί να αντιταχθούν στο έγκλημα άνευ όρων, το φιλτράρουν ιδεολογικά και φέρονται αναλόγως. Οταν η προκατάληψη αντικαθιστά τις ηθικές αρχές και η φαντασίωση επισκιάζει τα πραγματικά περιστατικά, τότε δεν έχουμε μια μάχη για το δίκαιο, αλλά μια συγκαλυμμένη (στην καλύτερη περίπτωση) επένδυση στη βία. Είναι αυτονόητο, λοιπόν, ότι οι διαμάχες για την εθνικότητα του δράστη πριν και μετά την ομολογία του δολοφόνου, και οι ένοχες σιωπές ή οι θεατρικές κορώνες που τις συνόδευσαν, πρόσφεραν την καλύτερη κάλυψη στις γυναικοκτονίες. Είναι δε ενδεικτικές των αληθινών αισθημάτων πολλών εξ ημών για όσα παριστάνουμε ότι μας θλίβουν.

Εξωλεκτική ουσία

Εχει έρθει η ώρα να σταματήσουμε να κυνηγάμε λέξεις, είτε για να τις θεοποιήσουμε είτε για να τις εξοβελίσουμε. Αντ’ αυτού, μπορούμε να εμβαθύνουμε επιτέλους σε νοήματα και να συμφωνήσουμε στα θεμελιώδη που ακόμα αμφισβητούνται. Το έγκλημα στα Γλυκά Νερά δεν ήταν ένα τυχαίο περιστατικό βίας και η συμβατική, κατά τον νόμο ποινική αντιμετώπισή του δεν πρόκειται να αναιρέσει το μισογυνικό κοινωνικό υπόβαθρό του που οπλίζει δράστες διαρκώς. Αν η λέξη «γυναικοκτονία» ηχεί σε μερικούς άσχημη, μπορούν να μην τη χρησιμοποιούν. Σημαντικότερο είναι να καταλάβουν ότι αντιπροσωπεύει μια διαχρονική πραγματικότητα άνισου κινδύνου και να σκεφτούν πολύ προσεκτικά ποιος χρειάζεται περισσότερο τη βοήθειά τους.