ΑΠΟΨΕΙΣ

Τι είδους τουρισμό θέλουμε;

Η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι ως προς το ποιον δρόμο θα ακολουθήσει στην τουριστική της ανάπτυξη. Με εξαίρεση την περίοδο της δικτατορίας, αποφύγαμε το παράδειγμα της Ισπανίας. Η μεγάλη οικονομική κρίση έβαλε επίσης ένα φρένο στην ξέφρενη οικοδόμηση που είχε ξεκινήσει σε πολλούς τουριστικούς προορισμούς, κυρίως σε νησιά.

Τώρα, όμως, πρέπει να προσέξουμε και να δώσουμε πρακτικές και μελετημένες απαντήσεις σε καίρια ερωτήματα. Τι είδους τουρισμό θέλουμε, πού πρέπει να δώσουμε έμφαση; Μας ενδιαφέρουν μόνο τα ρεκόρ από αφίξεις ή το τι αφήνει πίσω του ο μέσος τουρίστας; Επαρκούν οι βασικές υποδομές που αφορούν το νερό, την αποχέτευση, τη συλλογή των σκουπιδιών, το οδικό δίκτυο, τα λιμάνια για να εξυπηρετήσουν τους πιο δημοφιλείς προορισμούς; Πόση οικοδόμηση αντέχει κάθε νησί; Μπορεί να μπει όριο σε αυτό χωρίς να δημευθούν οι περιουσίες πολιτών; Εχουμε επαγγελματικές σχολές που προσφέρουν στην αγορά τα στελέχη που χρειάζονται; Θέλουμε η Αθήνα να συνδεθεί με το brand των καζίνο, ποια τα υπέρ και ποια τα κατά;

Ποιες προβλέψεις πρέπει να γίνουν για να υπάρχει ελεύθερη πρόσβαση στον Ελληνα πολίτη που δεν αντέχει να πληρώσει εισιτήριο για να κάνει μπάνιο; Εχουμε υπολογίσει τα οφέλη και τα μειονεκτήματα της κρουαζιέρας σε κορυφαίους προορισμούς; Πώς θα παγιώσουμε το μεγάλο ενδιαφέρον για εναλλακτικούς προορισμούς; Πρέπει να μπει ένα όριο στην (τεχνητή λόγω ΕΣΠΑ) αύξηση των ενοικιαζόμενων σκαφών προτού φτάσουμε στο σημείο του κορεσμού; Χρειάζεται «κόφτης» στους εξαιρετικά δημοφιλείς αρχαιολογικούς και τουριστικούς προορισμούς, ενδεχομένως με την καθιέρωση ορίου επισκεπτών ή ακριβού εισιτηρίου;

Κανένα από αυτά τα ερωτήματα δεν έχει εύκολη απάντηση. Ο τουρισμός σίγουρα αλλάζει μετά την πανδημία. Η παγκόσμια αγορά αναζητεί την ποιότητα, τη βιωσιμότητα, τους πιο χαλαρούς ρυθμούς και τα μικρότερα πλήθη. Εμείς έχουμε δρόμο για να προσαρμοστούμε σε αυτήν τη νέα πραγματικότητα, αν και ο ιδιωτικός τομέας έχει κάνει τεράστια βήματα στη σωστή κατεύθυνση. Η ίδια συζήτηση γίνεται, βεβαίως, σε διεθνές επίπεδο και μπορούμε να αντλήσουμε συμπεράσματα και να αναζητήσουμε δοκιμασμένες λύσεις. Προορισμοί όπως η Βενετία, η Βαρκελώνη και άλλοι πολλοί δοκιμάζονται και ταυτόχρονα ανοίγουν δρόμους.

Υπάρχουν, δυστυχώς, στην ελληνική επικράτεια παραδείγματα, όπως η Μύκονος, που από τη μία φέρνουν πολύτιμα έσοδα, αλλά από την άλλη δείχνουν τους κινδύνους μιας άναρχης ανάπτυξης, που στο τέλος μπορεί να υπονομεύσει το μέλλον του τουριστικού προϊόντος. Γι’ αυτό πρέπει να ανοίξουμε τη συζήτηση τώρα και να βρούμε άμεσα απαντήσεις στα –δύσκολα, ομολογώ– ερωτήματα.