ΑΠΟΨΕΙΣ

Όλαφ Σολτς: Διακηρύξεις

Όλαφ Σολτς: Διακηρύξεις-1Προτού καν γραφτεί η Ιστορία, συντάσσεται η βιβλιογραφία της. Προτού ο Ολαφ Σολτς ολοκληρώσει μια κυοφορούμενη εκλογική έκπληξη, ο γερμανικός Τύπος έχει αρχίσει να την εξηγεί, ψαχουλεύοντας τη βιβλιοθήκη του. Ο υποψήφιος του SPD για την καγκελαρία διάβασε, λέει, την «Επιστροφή στη Ρενς» του Ντιντιέ Εριμπόν· «Το τραγούδι του χιλμπίλι» του J. D. Vance· την «Τυραννία της αξιοκρατίας» του Μάικλ Σάντελ· και την «Κοινωνία των μοναδικοτήτων» του Αντρέας Ρέκβιτς.
 
Εντάξει, το ράφι με τις αναφορές του Σολτς είναι έτσι τακτοποιημένο, ώστε να αντανακλά το προφίλ του Σοσιαλδημοκράτη που αναμορφώθηκε – που αφήνει πίσω τον ελιτισμό της φιλελεύθερης Αριστεράς και προσπαθεί να καταλάβει τις δυσανεξίες της παλιάς λαϊκής βάσης. Αντί να κουνάει το δάχτυλο στους χαμένους και τους φοβισμένους της παγκοσμιοποίησης, αντί να τους κρίνει επειδή είναι ξενοφοβικοί, αντι-οικολόγοι ή ηλεκτρονικώς αναλφάβητοι, σκύβει και τους ακούει. Ακόμη κι αν είναι διαφημιστικά σιδερωμένη, η βιβλιογραφία του Σολτς μαρτυράει την αγωνία της Σοσιαλδημοκρατίας να εμφανιστεί με ανανεωμένο κοινωνιολογικό και οικονομικό ρεπερτόριο. 
Εδώ, στην επικράτεια της βαλκανικής Σοσιαλδημοκρατίας, ακούμε ότι τα «μηνύματα» και οι «αξίες» ενός μανιφέστου που συντάχθηκε πριν από 47 χρόνια παραμένουν, κατά το κλισέ, «διαχρονικά επίκαιρα». Αν μπει στον κόπο να ξαναδιαβάσει κανείς τη διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη, θα δει ότι πρόκειται για κείμενο που αναφέρεται μάλλον σε τριτοκοσμική χώρα, που επιχειρεί να χειραφετηθεί από τον ζυγό της αποικιοκρατίας –που προσπαθεί ακόμη να μπουσουλήσει θεσμικά–, παρά για ένα κράτος – μέλος της Ε.Ε. την τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα.
 
Δεν είναι, βέβαια, μόνο η λειψανολαγνική καθήλωση στον παπανδρεϊσμό, που κάνει την εγχώρια Σοσιαλδημοκρατία να μοιάζει ξένη προς την ομόλογή της στη Γερμανία. Εχει ενδιαφέρον ότι όταν ο Σολτς διεκδίκησε την ηγεσία του κόμματός του αποδοκιμάστηκε από τους συντρόφους του. Γι’ αυτό και όταν ανακοινώθηκε η υποψηφιότητά του για την καγκελαρία, οι αντίπαλοί του τον υποτίμησαν. Αυτόν, που δεν τον ψήφισαν ούτε από το κόμμα του, θα ψήφιζαν οι Γερμανοί για καγκελάριο;
 
Κι όμως. Το γεγονός ότι ο Σολτς δεν ταυτιζόταν με την πιο αριστερόστροφη ηγεσία του SPD τον καθιστά πιο αξιόπιστο στην πλειονότητα των κεντρώων ψηφοφόρων, που τον βλέπουν ως φορέα ομαλής μετάβασης στη μετα-Μέρκελ εποχή. Εδώ η Κεντροαριστερά, όχι μόνο περιχαρακώθηκε επιλέγοντας μια ηγεσία στενής κομματικής απεύθυνσης· εγκλωβίστηκε και σε μια γραμμή εξορκισμού των κυβερνητικών συνεργασιών – σε μια ταυτότητα κόμματος διαμαρτυρίας.
 
Το 2017 όλοι προέβλεπαν ότι το SPD δεν θα άντεχε άλλον κυβερνητικό συνεταιρισμό με τη Δεξιά. Τώρα διαψεύδονται. Διαψεύδονται και από την κοινή λογική: αν δεν προβάλλεις αξίωση να κυβερνήσεις, τι κίνητρο δίνεις στον ψηφοφόρο για να σε ψηφίσει; Πόσους και για πόσο θα συγκινεί ο κίνδυνος της ανυπαρξίας σου;