ΑΠΟΨΕΙΣ

Η χώρα, τα σχολεία, η πανδημία

Η έναρξη της σχολικής χρονιάς αύριο, σηματοδοτεί ταυτόχρονα μια νέα περίοδο στη μάχη της χώρας με την πανδημία. Είναι σαφές ότι η τηλεκπαίδευση δεν μπορούσε να συνεχιστεί επ’ άπειρον, καθώς είναι γενικά παραδεκτό ότι δεν υποκαθιστά επαρκώς τη λεγόμενη «διά ζώσης εκπαίδευση», δηλαδή την παρουσία των μαθητών (και φοιτητών) στους χώρους διδασκαλίας. Οχι μόνο γιατί δεν εξασφαλίζει την προσοχή των παιδιών, αφού δυσχεραίνει εμφανώς την επικοινωνία που υπάρχει στο περιβάλλον της τάξης, αλλά και γιατί παρεμποδίζει την υγιή κοινωνικοποίησή τους.

Η απόφαση λοιπόν που πήρε η κυβέρνηση να ανοίξει τα σχολεία και να προσπαθήσει να τα κρατήσει ανοιχτά είναι σωστή, αλλά δεν είναι εύκολη και ενδεχομένως να αποδειχθεί πολύ δύσκολη στην εφαρμογή της. Είναι σωστή για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, αλλά και γιατί η χώρα πρέπει να μένει ανοιχτή και να λειτουργεί στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Δεν είναι εύκολη γιατί εγκυμονεί πραγματικούς κινδύνους έξαρσης της πανδημίας με εστίες τα σχολεία, ενώ είναι δικαιολογημένη και η ανησυχία των γονιών τόσο για τα παιδιά τους όσο και για τους εαυτούς τους. Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να αποδειχθεί πολύ δύσκολη στην εφαρμογή εξαιτίας της ανθεκτικότητας και της ευελιξίας του ιού, χαρακτηριστικά που ενισχύονται από συμπεριφορές και δεδομένα της ελληνικής κοινωνίας στη διάρκεια της πανδημίας.

Η απόφαση της κυβέρνησης να κρατήσει ανοιχτή την εκπαίδευση συμβαδίζει με την αντίστοιχη να κρατήσει ανοιχτή την οικονομία, όπως ακριβώς κάνουν όλες οι κυβερνήσεις απανταχού της οικουμένης. Οι συνέπειες των προηγουμένων lockdowns έγιναν ήδη αισθητές με το κύμα των ανατιμήσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, δίχως να παραγνωρίζονται και οι αρνητικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Ομως, είναι επίσης χρήσιμη η αντικειμενική εικόνα της Ελλάδας στη φετινή αφετηρία της προσπάθειας να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα της πανδημίας. Εικόνα που απεικονίζεται από αδιάψευστους αριθμούς και στοιχεία, που είτε εξηγούν πλευρές της κατάστασης η οποία επικρατεί είτε προκαλούν ερωτήματα.

Με αυτή την έννοια, το 54,2% του γενικού πληθυσμού της έχει εμβολιαστεί και αυτό είναι από τα χαμηλότερα στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, γεγονός που αποτελεί μεγάλο πρόβλημα και παράλληλα αποκαλυπτικό μιας σημαντικής πτυχής της ελληνικής πραγματικότητας. Ο αριθμός των θανάτων εξαιτίας του κορωνοϊού ανά εκατομμύριο κατοίκων έχει φτάσει τους 1.357 με αυξητικές τάσεις, καθώς δεν είναι μεν από τους υψηλότερους στην Ευρώπη, αφού πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες μέτρησαν πάρα πολλά θύματα στις πρώτες περιόδους της πανδημίας λόγω δικών τους λανθασμένων πολιτικών, αλλά τώρα οι συγκρίσεις δείχνουν κάποιες τάσεις που προβληματίζουν. Οι καθημερινοί θάνατοι στην Ελλάδα λόγω της πανδημίας πληθαίνουν ανησυχητικά, συγκριτικά με άλλους Ευρωπαίους.

Το φαινόμενο οφείλεται ασφαλώς στο πανύψηλο ποσοστό των ανεμβολίαστων, κάτι που αποδεικνύεται από τους συντριπτικούς συσχετισμούς με τους εμβολιασμένους στις εντατικές και τις διασωληνώσεις. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όσο αυξάνονται τα κρούσματα, αυξάνονται ανάλογα οι εισαγωγές στα νοσοκομεία, στις ΜΕΘ, άρα και οι απώλειες. Πιθανότατα (και αναμενόμενα) οι ανεμβολίαστοι και το περιβάλλον τους αρνούνται να δεχθούν ότι νόσησαν από κορωνοϊό και έτσι φτάνουν με μεγάλη καθυστέρηση στα νοσοκομεία, με αποτέλεσμα η ίασή τους να είναι πολύ πιο δύσκολη. Κρίνοντας από την έκταση της «άρνησης» μεταξύ του νοσηλευτικού προσωπικού και τις απάτες στις οποίες καταφεύγει με τα πιστοποιητικά ένα ποσοστό του για να αποφύγει τον εμβολιασμό, ίσως ένας ικανός αριθμός δεν ακολουθεί με θρησκευτική ευλάβεια τις οδηγίες και τα πρωτόκολλα των γιατρών στις νοσηλείες. Το γεγονός ότι οι Ελληνες γενικά ρέπουν προς την «κακή ζωή» δίχως άσκηση, είναι επίσης επιβαρυντικό. Οι ειδικοί καλούνται να επιβεβαιώσουν ή να διαψεύσουν τα παραπάνω…

Θεωρείται βέβαιο ότι αν (με την επιρροή που ασκεί σε στρώματα του πληθυσμού) η ελληνική Εκκλησία στο σύνολό της είχε βοηθήσει έγκαιρα και αποφασιστικά από την αρχή της πανδημίας, το ποσοστό των εμβολιασμένων θα ήταν πολύ μεγαλύτερο και η κατάσταση καλύτερη. Το ίδιο ισχύει για τα κόμματα της αντιπολίτευσης, που έχουν εντάξει στην ψηφοθηρική τακτική τους το «ψάρεμα» στα θολά νερά των ανεμβολίαστων. Τώρα όμως τα περιθώρια της ανοχής έχουν στενέψει και η κυβέρνηση είναι αναγκασμένη να προχωρήσει στα υποχρεωτικά μέτρα, περιλαμβάνοντας σε αυτά τους εκπαιδευτικούς, τα σώματα ασφαλείας και τους στρατιωτικούς. Ακολουθώντας το παράδειγμα του Μπάιντεν στις ΗΠΑ. Δεν θα είναι εύκολο, αλλά πρέπει!