ΑΠΟΨΕΙΣ

Στέλιος Κούλογλου: Σεμινάρια

stelios-koylogloy-seminaria0Αν ήθελε κάποιος να κάνει ένα σεμινάριο για τα media στα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ· αν ήθελε να τους ξεκολλήσει από τον ιδεασμό ότι η δημόσια σφαίρα είναι ένας προπαγανδιστικός ιστός που τον πλέκουν συνωμότες για να υπονομεύσουν την Αριστερά και να πριμοδοτήσουν την Επάρατο· αν ήθελε να τους συγχρονίσει με το μιντιακό παρόν, θα τους δίδασκε το παράδειγμα του Πολάκη και του Κούλογλου.
 
Ενα σχόλιο που δημοσιεύθηκε στον –ας πούμε– ενημερωτικό ιστότοπο ενός ευρωβουλευτή προκάλεσε μια ανάρτηση στο προφίλ ενός διαδικτυακώς διαβόητου βουλευτή. Κι αυτό ήταν αρκετό για να προκαλέσει εσωκομματικό πρόβλημα στον ΣΥΡΙΖΑ – χωρίς να απαιτηθεί η μεσολάβηση «πετσωμένων» δολιοφθορέων. Πρόβλημα που αναγνώρισαν πρώτα τα ίδια τα στελέχη του κόμματος ως «αυτογκόλ», καθώς η αντιπαράθεση επισκίασε την παρουσία του Τσίπρα στη ΔΕΘ.
 
Το σεμινάριο προς τα στελέχη της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα κατέληγε μάλλον αβίαστα στο συμπέρασμα ότι κανένα μέσο ενημέρωσης δεν μπορεί να βλάψει τον ΣΥΡΙΖΑ περισσότερο απ’ ό,τι ο ίδιος τον εαυτό του. Και, αναλόγως, κανένα μιντιακό μαγείρεμα, σαν εκείνα που επιχειρήθηκαν στο παρελθόν, δεν μπορεί καθοριστικά να αλλάξει τη μοίρα του.
 
Το ενδιαφέρον είναι ότι τη δυσαρέσκεια της Κουμουνδούρου προκάλεσε κυρίως η τρολιά στο σχόλιο του Κούλογλου – που έκρινε τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ ισόπαλο με την επίδοση του Μητσοτάκη στη ΔΕΘ. Η έμφαση δόθηκε πάλι στο οπαδικό γόητρο (ο δικός μας είναι καλύτερος) και όχι στην αιχμή του ευρωβουλευτή ότι ο Τσίπρας θα μπορούσε να είναι πιο γενναιόδωρος στο κάλεσμα για μετεκλογικές συνεργασίες. Θα μπορούσε μάλιστα –όπως έλεγε ο Κούλογλου προτού αυτοεξουδετερωθεί με δήλωση μετανοίας– να στηρίξει άλλο πρόσωπο, κοινής αποδοχής, για επικεφαλής μιας «προοδευτικής διακυβέρνησης». 

Οποιος παρακολούθησε τη συνέντευξη Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη δεν μπορεί παρά να είδε ότι το πρόβλημά του δεν είναι (μόνο) το δεύτερο χέρι πασοκικού μπογιατίσματος στην πρόσοψη. Το πιο βαρύ του πρόβλημα είναι ότι, ενόψει του τεχνητού πολιτικού κινδύνου που ο ίδιος δημιούργησε με την απλή αναλογική, δεν μπορεί να εντάξει τον εαυτό του σε ένα πειστικό σενάριο διακυβέρνησης. 
 
Στο πολιτικό και θεσμικό βραχυκύκλωμα που εκείνος μεθόδευσε, δεν μπορεί να είναι η λύση. Δεν μπορεί, γιατί δεν του βγαίνουν ούτε οι αριθμοί, ούτε οι ενδεχόμενοι συνεταιρισμοί. Αντιθέτως, ο αντίπαλός του μπορεί άνετα να μονοπωλεί τη διέξοδο στην ομαλότητα – τόσο άνετα, ώστε να προσπερνά την πρώτη κάλπη σαν διαδικαστική όχληση· σαν να μην ήταν κανονική –και κανονικώς αστάθμητη– κάλπη.
 
Τι εκλογικό κεφάλαιο έχει ένα κόμμα εξουσίας όταν δεν βρίσκει άθροισμα πλειοψηφίας; Και τι θα σημάνει για την ηγεσία του κόμματος μια δεύτερη –και, αλυσιδωτά, μια τρίτη– ήττα; Κανένας εσωκομματικός σωφρονισμός δεν αρκεί για να σιδερώσει αυτά τα ερωτήματα.