ΑΠΟΨΕΙΣ

Αναλλοίωτοι γεωγραφικοί εξαναγκασμοί

«Αιχμάλωτοι της Γεωγραφίας» του Τιμ Μάρσαλ και «Η Εκδίκηση της Γεωγραφίας» του Ρόμπερτ Ντ. Κάπλαν είναι δύο βιβλία που οι τίτλοι τους και μόνο αντανακλούν ένα πολύ μεγάλο μέρος της πραγματικότητας στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Απολύτως συναφείς είναι η ιστορία και η εξελικτική πορεία αυτών των σχέσεων από αιώνων μέχρι τώρα, οι επικρατούσες θρησκείες στις δύο πλευρές, τα μεγέθη και οι πληθυσμιακές ισορροπίες / ανισορροπίες μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Ο ρεαλισμός της λογικής δεν επιτρέπει οποιαδήποτε σκέψη ότι κάτι από αυτά μπορεί να αλλάξει σε βάθος χρόνου υπέρ της ελληνικής πλευράς.

Με δεδομένη λοιπόν τη γειτνίαση με την Τουρκία στο βάθος του χρόνου που μπορεί να αντιληφθεί ο ανθρώπινος εγκέφαλος, η ευχή, η επιδίωξη και η αέναη προσπάθεια της ελληνικής πλευράς πρέπει να είναι η διατήρηση των σημερινών συνόρων και της εθνικής κυριαρχίας της, μέχρι τουλάχιστον η Ευρωπαϊκή Ενωση αποκτήσει ομοσπονδιακή μορφή, αν ποτέ γίνει αυτό… Δεν αμφισβητείται πια ότι στα γεωγραφικά, ιστορικά, θρησκευτικά και πληθυσμιακά δεδομένα έχει προστεθεί τις τελευταίες δεκαετίες η θεαματική αύξηση της στρατιωτικής ισχύος της Τουρκίας σε συνδυασμό με νεοοθωμανικές βλέψεις για πρωτοκαθεδρία στο σουνιτικό Ισλάμ, αλλά και κυριαρχία σε ολόκληρη την περιοχή που περιλαμβάνει τη Μέση Ανατολή, την Ανατολική Μεσόγειο, τα Βαλκάνια, τη Βόρεια Αφρική, τον Καύκασο.

Ο ιμπεριαλισμός της Αγκυρας σε ό,τι αφορά ειδικά την Ελλάδα δεν είναι νέο φαινόμενο. Ηταν βασικό στοιχείο της πολιτικής της επί κεμαλισμού, όμως επί καθεστώτος Ερντογάν διατυπώνεται και εκδηλώνεται εντελώς ξεκάθαρα. Με το δόγμα «Γαλάζια Πατρίδα», με δηλώσεις του τύπου ότι τίποτα δεν θα κινείται στην Ανατολική Μεσόγειο δίχως τουρκική συναίνεση, με απειλές και συνεχείς προκλήσεις στο Αιγαίο, με εκφοβιστικές τακτικές και στρατιωτικές επιδείξεις επί του πεδίου, με πλήρη αγνόηση του διεθνούς δικαίου και με επιθετική ρητορική. Πρόκειται για εθνική στρατηγική που υπηρετείται με συνέπεια και ανάλογες κινήσεις τακτικής και οι όποιες περίοδοι ύφεσης έχουν την έννοια προσαρμογών στη διεθνή συγκυρία. Δεν αποτελούν ουσιαστικές αλλαγές, μέχρις αποδείξεως του εναντίου και με απαραίτητη προϋπόθεση τη μεγάλη διάρκεια αυτής της απόδειξης. Κάτι τέτοιο δεν φαίνεται στον ορίζοντα.

Η ανήσυχη ύφεση των τελευταίων μηνών στα ελληνοτουρκικά τούς ελάχιστους τελευταίους μήνες δεν ήταν τίποτα περισσότερο από τέτοια τακτική κίνηση προσαρμογής στη διεθνή συγκυρία. Το καθεστώς Ερντογάν αισθάνθηκε πολύ πιεσμένο εξαιτίας διεθνών εξελίξεων και οικονομικής δυσπραγίας, γι’ αυτό κατέφυγε στην αλλαγή ύφους στο πλαίσιο μιας επιχείρησης προσέγγισης και γοητείας προς διάφορες κατευθύνσεις, κυρίως προς τη Δύση. Ταυτόχρονα όμως κατέστησε σαφές ότι η συγκεκριμένη επιχείρηση δεν αφορά την Ελλάδα και την Κύπρο. Αλλωστε δεν αφορούσε την Ελλάδα και την Κύπρο ούτε το δόγμα Νταβούτογλου –πρώην υπουργός Εξωτερικών και πρωθυπουργός του Ερντογάν– περί «μηδενικών προβλημάτων» με τους γείτονες ώστε να αξιοποιηθούν οι δυνατότητες του «στρατηγικού βάθους» της Τουρκίας, που επίσης τις εξαιρούσε. Θα ήταν υπόλογη για κακουργηματική ανοησία η ελληνική πολιτική τάξη και η στρατιωτική ηγεσία (που ήδη ευθύνονται μαζί και διαχρονικά για ασυγχώρητη αμέλεια αφήνοντας τη χώρα δίχως drones) αν αντιλαμβάνονταν τις περιόδους ύφεσης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις σαν ενδείξεις αλλαγής των στρατηγικών στόχων της Αγκυρας.

Η Αθήνα είναι αναγκασμένη να παρακολουθεί στενά και να ερμηνεύει μεγάλο μέρος των διεθνών εξελίξεων πάντα σε σχέση με την Τουρκία. Την υποχρεώνει, αφενός, ο διαρκής ψυχολογικός «πόλεμος» της Αγκυρας για να δημιουργεί ανασφάλεια και, αφετέρου, η διεθνής πραγματικότητα. Για παράδειγμα, οι σημερινές γερμανικές εκλογές ενδιαφέρουν έντονα εξαιτίας των στενών γερμανοτουρκικών σχέσεων. Ακόμη περισσότερο, ενδιαφέρει η κατάσταση στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Οι ενδείξεις πάντως είναι ότι βρισκόμαστε σε νέα φάση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Η Τουρκία κάνει πάλι κινήσεις που ανεβάζουν την ένταση, η Ελλάδα διευκολύνει παντοιοτρόπως τις ΗΠΑ προσφέροντας αφειδώς διευκολύνσεις και βάσεις για να εξασφαλίσει την προστασία τους, η Ουάσιγκτον κρατάει «στον πάγο» τον Ερντογάν που απειλεί εκ νέου με στροφή προς τη Μόσχα, αν και τη δυσαρέστησε πρόσφατα στο θέμα της Κριμαίας, η Γαλλία παραμένει σταθερά στο πλευρό μας, αφού αγοράζουμε και οπλικά συστήματά της, άγνωστο τι (ελάχιστο) θα προκύψει από τις γερμανικές εκλογές.

Ελπίζεται ότι όλα αυτά δεν θα χρειαστεί να δοκιμαστούν επί του πεδίου, αλλά τίποτα δεν είναι σίγουρο σε αυτή τη γειτονιά και σε τόσο ρευστό κόσμο!