ΑΠΟΨΕΙΣ

Και μέχρι να γυρίσει ο άνεμος, τι κάνουμε;

Είναι αλήθεια ότι τα επιτόκια ήταν/διατηρούνται ακόμα πολύ χαμηλά, τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης πλημμύρισαν τις αγορές με φθηνό χρήμα, η ευρωπαϊκή δημοσιονομική πειθαρχία έχει χαλαρώσει και η συζήτηση για την τύχη της δεν θα αρχίσει, πραγματικά, πριν γίνουν και οι γαλλικές εκλογές, τον Μάιο. Χαλαρή και υποστηρικτική είναι και η ΕΚΤ, που αγοράζει και ελληνικά ομόλογα, παρότι σε συνήθεις συνθήκες δεν θα τα άγγιζε. Και η Ευρώπη έκανε ένα μεγάλο βήμα, αποφάσισε να δανειστεί από κοινού και να διανείμει το προϊόν του δανεισμού της στα κράτη-μέλη ανάλογα με τις ανάγκες τους. Και, από δίπλα, η νέα οικονομική πολιτική Μπάιντεν υπόσχεται ισχυρή μεγέθυνση της αμερικανικής οικονομίας, που θα παρασύρει ανοδικά και άλλες οικονομίες.

Αν αυτά είναι τα καλά νέα, τα κακά νέα είναι ότι τα καλά δεν διαρκούν αιώνια. Η πανδημία προκαλεί προβλήματα στις αλυσίδες διακίνησης των εμπορευμάτων, η ενεργειακή κρίση προκαλεί διακοπές στην παραγωγή, οι ελλείψεις εξαρτημάτων αναγκαίων στην παραγωγή αλλά και ειδών λαϊκής κατανάλωσης γίνονται συχνό φαινόμενο. Ειδικά η Ευρώπη φαίνεται ότι θα περάσει έναν πολύ σκληρό χειμώνα με ελλείψεις καυσίμων και ενέργειας, αν η εξάρτησή της απ το ρωσικό φυσικό αέριο, που την κάνει ευάλωτη στους εκβιασμούς της Gazprom, συνδυαστεί με ανικανότητα συλλογικής δράσης. Και παντού, η ποσοτική χαλάρωση θα περιορίζεται, τα επιτόκια από τα τέλη του 2022 θα πάρουν την ανηφόρα, οι αγορές γίνονται νευρικές – στο βάθος αδυνατεί να κρυφτεί το παγκόσμιο χρέος-μαμούθ. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, πώς φερόμαστε στην Ελλάδα; Νομίζω, λες και το διεθνές περιβάλλον θα παραμείνει θετικό ες αεί. Ως αν ζούσαμε στον καλύτερο δυνατό κόσμο την καλύτερη εποχή (ή, με άλλα λόγια, σε κάποιο ροζ συννεφάκι…) προσποιούμαστε ικανοποιημένοι όταν τα πράγματα δείχνουν να πηγαίνουν λίγο καλύτερα από χθες –που ήταν πάρα πολύ άσκημα. Πανηγυρίζουμε, για παράδειγμα, που αναπληρώνονται οι απώλειες του ΑΕΠ με ρυθμό 6% ή 7% κι έτσι, μετά μια 10ετία πρωτόγνωρης ύφεσης και μια κρίση COVID-19, θα καταφέρουμε στο τέλος του έτους να έχουμε το ΑΕΠ που είχαμε το 2018 ή λίγο χαμηλότερα από το 2019 –παρά τις κρατικές ενισχύσεις 40 δισ. ευρώ. Και ανεργία «μόνο»γύρω στο 14%. Αντί να τρέξουμε, μήπως και κερδίσουμε τη συγκυρία, αντί να έχουμε –έστω–πλήρη συνείδηση της μεγάλης προσπάθειας που θα έπρεπε να προβάλει μπροστά μας, βάζουμε τον πήχυ χαμηλά, για να περνάμε εύκολα από πάνω.

Θα θυμηθούμε το πρόβλημα του παρωχημένου μοντέλου στο πρώτο φύσημα του ανέμου, επειδή θα μας θυμηθεί αυτό.

Λες, θέλουμε να ξεχνούμε για ποια οικονομία μιλάμε. Δεν είναι μια συνήθης οικονομία σε μια συνηθισμένη κατάσταση. Είναι μια οικονομία κτισμένη με ένα παρασιτικό και παρωχημένο μοντέλο, με χαμηλή παραγωγικότητα και με αδύναμη παραγωγική βάση (γι’ αυτό, με την πρώτη μεγέθυνση εκτινάσσεται το εμπορικό έλλειμμα…), σε ένα προβληματικό κράτος, με προβληματικούς θεσμούς. Στα λόγια, όλοι θέλουμε να αλλάξουμε αυτό το οικονομικό μοντέλο. Στην πράξη δεν κάνουμε κάτι γι’ αυτό, δεν επεξεργαζόμαστε κάποιο σχέδιο, δεν διατυπώνονται κατευθύνσεις και προτεραιότητες, δεν τρέχουμε να αξιοποιήσουμε τη θετική συγκυρία για να το αλλάξουμε, σαν να μην υπάρχει θέμα, δεν μας απασχολεί –άρρητα πλην σαφώς, η διαμόρφωσή του επαφίεται στις αγορές. Θα θυμηθούμε το πρόβλημα πάλι, στο πρώτο φύσημα του ανέμου. Μόνο και μόνο επειδή θα μας θυμηθεί αυτό.