ΑΠΟΨΕΙΣ

Ρέκβιεμ για το ΠΑΣΟΚ

Από την τελευταία φορά που το ΠΑΣΟΚ κέρδισε εκλογές, το 2009, έχουν περάσει πάνω από δώδεκα χρόνια. Eκτοτε, το κόμμα δοκίμασε πέντε συνεχόμενες ήττες σε εθνικές εκλογές, συνήθως με χαμηλό μονοψήφιο ποσοστό, δύο ήττες σε εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, επίσης με μονοψήφιο ποσοστό, δύο αρχηγούς (πάει για τρίτο), καθώς και τρεις ονομασίες (Ελιά, Δημοκρατική Συμπαράταξη, ΚΙΝΑΛ). Καθώς το ανεμόδαρτο κόμμα βαδίζει προς τις διαδικασίες της επόμενης Κυριακής που θα αναδείξουν τον νέο αρχηγό του, υπάρχουν δύο μεγάλα ερωτήματα που ουδέποτε έχουν τεθεί ανοιχτά: Γιατί κατέρρευσε το ΠΑΣΟΚ κι από τότε παρακμάζει χωρίς σοβαρή ελπίδα ανάκαμψης; Και, έπειτα από δώδεκα χρόνια σε ρόλους πολιτικού κομπάρσου, πόσο σημαντικό ρόλο θα μπορούσε να παίξει αυτό το κόμμα στο σημερινό πολιτικό σύστημα;

Στο κυρίαρχο αφήγημα του ΠΑΣΟΚ, ο λόγος της παρακμής του οφείλεται στη συνεργασία με τη Ν.Δ. μετά τις εκλογές του Ιουνίου 2012. Πρόκειται προφανώς για παραπλανητική εξήγηση, αφού η εκλογική του βάση το είχε ήδη εγκαταλείψει από την προηγούμενη αναμέτρηση του Μαΐου (έλαβε 13,2% των ψήφων). Εξάλλου, η ίδια εξήγηση θα έπρεπε να ισχύει και για τη Ν.Δ. (έλαβε 18,9%), η οποία όμως επανάκτησε γρήγορα την πρότερη ισχύ της και παρέμεινε κόμμα εξουσίας. Οι λόγοι κατάρρευσης του ΠΑΣΟΚ, αλλά όχι της Ν.Δ., γίνονται περισσότερο κατανοητοί αν συγκρίνουμε τους διαφορετικούς τρόπους ιστορικής και πολιτικής ωρίμανσης των δύο κομμάτων.

Η Ν.Δ. κεφαλαιοποίησε τις αρχικές εθνικές επιτυχίες της, δηλαδή την εμπέδωση της δημοκρατίας και την ένταξη της χώρας στην Ε.Ε., τις οποίες μπορεί πάντα να επικαλείται αποκτώντας πλεονέκτημα. Επίσης, ξεπέρασε γρήγορα το χάρισμα του ιδρυτή της και τοποθέτησε στην ηγεσία μια μακρά σειρά κομματικών αρχηγών που, ενώ αντιπροσώπευσαν διαφορετικές ιδεολογικές τάσεις, κράτησαν εντούτοις το κόμμα ενωμένο. Τέλος, η Ν.Δ. άνοιξε από νωρίς μια ιδεολογική τάφρο απέναντι στα κόμματα της αντιδημοκρατικής Δεξιάς (Εθνική Παράταξη, Χρυσή Αυγή), που δεν μπορεί να διασχίσει χωρίς υπέρμετρο πολιτικό κόστος. Ετσι, η τάση της είναι να κινείται κυρίως προς την αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή το πολιτικό Κέντρο.

Το ΠΑΣΟΚ έπραξε ακριβώς τα αντίθετα. Βρέθηκε ταυτισμένο πολιτικά με άπιαστα οράματα (σοσιαλισμός), αποτυχημένες πολιτικές («τρίτος δρόμος») και, κυρίως, με την εικόνα του άξεστου κοινωνικού νεοπλουτισμού. Η μεγάλη προσπάθεια των κυβερνήσεων Σημίτη για εκσυγχρονισμό έμεινε ανολοκλήρωτη, κυρίως επειδή υποσκάφτηκε εσωτερικά. Δεύτερον, το ΠΑΣΟΚ παρέμεινε προσκολλημένο στο χάρισμα του ιδρυτή του, παράλληλα επιδιδόμενο σε εσωτερικό φατριασμό (θυμηθείτε την περίφημη κόντρα «προεδρικών» και «εκσυγχρονιστών»), που μοιραία οδήγησε σε διάλυση. Τέλος, το ΠΑΣΟΚ, συνήθως συνδυάζοντας αριστερή ρητορεία με δεξιά πολιτική πράξη, μπορούσε να κερδίζει ευκαιριακές ψήφους τόσο από τα αριστερά όσο και από τα δεξιά. Εξίσου εύκολα θα μπορούσε όμως και να τις χάσει – πράγμα που συνέβη το 2012.

Κοντολογίς, σε αντίθεση με τη Ν.Δ., η οποία επέζησε της κρίσης λόγω της ιστορικής και πολιτικής της διάπλασης, το ΠΑΣΟΚ υπέστη καθίζηση, από την οποία ποτέ δεν μπόρεσε να συνέλθει. Φτάνουμε, έτσι, στο δεύτερο ερώτημα για τον ρόλο που θα μπορούσε να παίξει το ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ στο παρόν πολιτικό σύστημα.

Με βάση όσα γνωρίζουμε, ή μπορούμε να εικάσουμε, ας βάλουμε τα πράγματα σε μια λογική σειρά. Γνωρίζουμε, πρώτον, ότι οι επόμενες εκλογές θα είναι διπλές. Η πρώτη πράξη θα παιχτεί με απλή αναλογική και θα αποτύχει γιατί το μεγαλύτερο κόμμα δεν επιθυμεί κυβερνητική συνεργασία. Για τη δεύτερη πράξη θα ισχύσει το σύστημα της ενισχυμένης αναλογικής που, με τα σημερινά δεδομένα, οδηγεί σε σχηματισμό αυτοδύναμης κυβέρνησης. Με βάση τα ίδια δεδομένα, το ΚΙΝΑΛ θα έρθει τρίτο στην καλύτερη περίπτωση. Γνωρίζουμε, δεύτερον, ότι ενώ τα μεγάλα κόμματα επιδιώκουν να κερδίσουν την εξουσία, τα μικρά κόμματα είτε προσπαθούν να στηρίξουν ένα μεγάλο κόμμα που επιζητεί κυβέρνηση συνεργασίας είτε παραμένουν αυτόνομα προωθώντας τη δική τους ιδεολογία, τις προγραμματικές τους θέσεις ή και τα δύο μαζί. Γνωρίζουμε, τρίτον, ότι το μικρό ΚΙΝΑΛ δεν έχει σήμερα σαφή ιδεολογία ούτε ενιαίες προγραμματικές θέσεις. Αντιλαμβανόμαστε, τέταρτον, πως αν το ΚΙΝΑΛ συγκυβερνήσει ξανά από τη θέση του μικρότερου εταίρου, είναι πιθανόν να εξαφανιστεί.

Το κόμμα βρέθηκε ταυτισμένο πολιτικά με άπιαστα οράματα (σοσιαλισμός), αποτυχημένες πολιτικές («τρίτος δρόμος») και, κυρίως, με την εικόνα του άξεστου κοινωνικού νεοπλουτισμού.

Το ΠΑΣΟΚ έχασε τον πολιτικό του προσανατολισμό αμέσως μετά τον θάνατο του ιδρυτή του. Επί Σημίτη, δεν μπόρεσε να ενστερνιστεί τη σοσιαλδημοκρατία, επί Γιώργου Παπανδρέου μια πιο τεχνοκρατική αντίληψη διακυβέρνησης, επί Βενιζέλου τον μετριοπαθή φιλελευθερισμό, ενώ επί Γεννηματά προτίμησε την αδράνεια και τη στασιμότητα. Το κόμμα απλώς επιζούσε με τις αναμνήσεις του παρελθόντος.

Δώδεκα χρόνια πριν, στις αρχές του 2009, έγραψα ένα βιβλίο με θέμα το ΠΑΣΟΚ και τίτλο «Το χαρισματικό κόμμα». Η ανάλυση, που ήταν αυστηρά ακαδημαϊκή, οδηγούσε κατευθείαν στο συμπέρασμα ότι αυτό το κόμμα όφειλε τις μέχρι τότε πολιτικές επιτυχίες του στο προσωπικό άστρο του χαρισματικού ιδρυτή και ηγέτη του και ότι ήδη ήταν καταδικασμένο να παρακμάσει. Παραθέτω από τον επίλογο του βιβλίου:

«Ως ένα κλασικό χαρισματικό κόμμα, το ΠΑΣΟΚ αναπτύχθηκε με άξονα τον πανίσχυρο ηγέτη του και διαμορφώθηκε από στελέχη που συνδέονταν μαζί του με δεσμούς πολιτικής υποταγής, αφοσίωσης και τυφλής υπακοής. Ο αρχηγικός θεσμός υποκατέστησε κάθε άλλον συλλογικό κομματικό θεσμό, διάπλασε την πολιτική ταυτότητα του κόμματος, περιόρισε ασφυκτικά την εσωκομματική δημοκρατία και απέτρεψε τη δημιουργία αυτοτελούς συλλογικής οργάνωσης – κοντολογίς, καθόρισε πλήρως τη μετέπειτα λειτουργία του ΠΑΣΟΚ. Σταδιακά, το κόμμα μετατράπηκε σε μια αρένα όπου ομάδες κομματικών στελεχών διαγκωνίζονταν για την εύνοια του αρχηγού, αδιαφορώντας για την παραγωγή ιδεολογίας, πολιτικών θέσεων και προγραμματικών προτάσεων. Οι συνέπειες μιας τέτοιας κομματικής διάπλασης φάνηκαν εντονότερα μετά τον θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου. Οι διάδοχοί του στην κομματική ηγεσία, παρά τις ειλικρινείς, και ενίοτε επίμονες, προσπάθειές τους για παραγωγή νέας ιδεολογίας, καθιέρωση εσωτερικής δημοκρατίας και συλλογικής λήψης αποφάσεων, καθώς και προγραμματικής πολιτικής αντιπαράθεσης στο πεδίο του κομματικού ανταγωνισμού, δεν έχουν έως σήμερα καταφέρει να απαλλάξουν το ΠΑΣΟΚ από τη χαρισματική φύση του».

Σήμερα, δώδεκα χρόνια αργότερα, το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ είναι καθηλωμένο στο ίδιο σημείο. Αναπολώντας ένα παρελθόν που έχει προ πολλού περάσει στην Ιστορία, έχασε οριστικά το μέλλον.

* Ο κ. Τάκης Σ. Παππάς είναι πολιτικός επιστήμονας στο Πανεπιστήμιο του Ελσίνκι. Ανάμεσα στα βιβλία του είναι «Το χαρισματικό κόμμα: ΠΑΣΟΚ, Παπανδρέου, εξουσία» (εκδόσεις Πατάκη, 2009).