Το πιο δύσκολο εθνικό μας στοίχημα

Το πιο δύσκολο εθνικό μας στοίχημα

3' 59" χρόνος ανάγνωσης

Μέχρι το 2003, η Ευρωπαϊκή Ενωση αριθμούσε 15 κράτη-μέλη, ανάμεσα στα οποία η Ελλάδα ήταν η δεύτερη φτωχότερη, επάνω μόνο από την τελευταία Πορτογαλία. Το 2004, προσχώρησαν στην Ενωση δέκα νέες χώρες, αυξάνοντας τον αριθμό των μελών της σε 25. Από τις νέες χώρες, οι τρεις ήταν πρώην σοβιετικές δημοκρατίες (Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία), τέσσερις πρώην δορυφόροι της Μόσχας (Πολωνία, Τσεχία, Σλοβακία, Ουγγαρία), μία πρώην γιουγκοσλαβική δημοκρατία (Σλοβενία) και δύο μικρές νησιωτικές χώρες (Κύπρος και Μάλτα). Καθώς όλες οι νέες χώρες ήταν τότε φτωχότερες από την Ελλάδα, προέκυψε μια «μαγική εικόνα»: αίφνης, από την προτελευταία θέση στην κλίμακα οικονομικής ανάπτυξης, η Ελλάδα βρέθηκε κοντά στο μέσον των χωρών του επίζηλου ευρωπαϊκού κλαμπ. Μέσα στην αισιοδοξία εκείνης της χρονιάς, η οποία συνέπεσε με τους Ολυμπιακούς Αγώνες και άλλους αθλητικούς θριάμβους, η νέα κατάταξη φάνταζε καταπληκτική. Και, πράγματι, το βιοτικό επίπεδο στη χώρα συνέχισε να αυξάνεται μέχρι το 2007. Εκείνη τη χρονιά, η Ε.Ε. απέκτησε δύο νέα μέλη, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να βρεθεί ακριβώς στο μέσον (14η θέση) της οικονομικής κατάταξης των 27 πλέον κρατών-μελών της Ενωσης.

Προς το τέλος του 2008, η χώρα μπήκε σε φαύλο κύκλο πολιτικής κρίσης, ενώ οι κυβερνώντες προσπαθούσαν να πείσουν ότι η οικονομία ήταν δήθεν «θωρακισμένη». Κατά το εκλογικό έτος 2009, η αισιοδοξία κάθε άλλο παρά περίσσευε. Το 2010 ήρθε η οικονομική κατάρρευση, που οδήγησε σε πρωτοφανή εθνική κρίση. Στη δεκαετία που ακολούθησε, το μέγεθος της ελληνικής οικονομίας συρρικνώθηκε κατά περίπου 30% σε σχέση με το 2007. Και ενώ η Ελλάδα βούλιαζε στην άβυσσο της πολιτικής και οικονομικής της κρίσης, η Πορτογαλία καθώς και όλες οι άλλες χώρες που μπήκαν στην Ε.Ε. μετά το 2004, πλην Βουλγαρίας, βρέθηκαν σε τροχιά δυναμικής ανάπτυξης, με τις οικονομίες τους να ξεπερνούν θεαματικά το επίπεδο της ελληνικής οικονομίας.

Σήμερα, η Ελλάδα είναι ξανά η δεύτερη φτωχότερη χώρα της Ε.Ε., μόνο που πια την ξεπερνούν 25 χώρες αντί για τις 13 του 2003! Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε επίπεδο χαμηλότερο εκείνου του 2007, με το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης να έχει κατρακυλήσει στο 67% του μέσου ευρωπαϊκού εισοδήματος (ενώ η Βουλγαρία βρίσκεται στο 64%). Βασικοί δείκτες της οικονομίας, όπως η παραγωγικότητα της εργασίας, η ιδιωτική αποταμίευση και το επενδυτικό ενδιαφέρον, εμφανίζονται αναιμικοί. Τώρα, την προσοχή σας: Σύμφωνα με τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα, η χώρα θα χρειαστεί 20 χρόνια για να πλησιάσει το μέσο κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ε.Ε., υπό την προϋπόθεση ότι η εθνική μας οικονομία θα αναπτύσσεται με ρυθμό κατά μέσον όρο 1,5% πάνω από τον αντίστοιχο ρυθμό της Ενωσης!

Για να συλλάβουμε το μέγεθος και τη δυσκολία του εγχειρήματος, σκεφτείτε ότι η σημερινή Ελλάδα χρειάζεται να επαναλάβει κάτι σαν το οικονομικό «θαύμα» της μακράς περιόδου που ξεκίνησε το 1953, κατά την οποία ο ρυθμός ανάπτυξης ήταν σταθερά υψηλότερος από τους αντίστοιχους ρυθμούς ανάπτυξης όλων των χωρών του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ). Το θαύμα συνίστατο στην εμπέδωση ενός στρατηγικού οικονομικού προγράμματος με στόχο την επίτευξη ταχύρρυθμης ανάπτυξης μέσω της ενθάρρυνσης εγχώριων και ξένων επενδύσεων τόσο στη βιομηχανία όσο και στους τομείς που τη στήριζαν, ιδίως την ηλεκτρική ενέργεια και τις συγκοινωνίες. Η επιτυχία εκείνου του μοντέλου ανάπτυξης προϋπέθετε συγκεκριμένους κανόνες, τους οποίους τήρησαν όλες οι κυβερνήσεις της εποχής.

Υπάρχει ανάγκη εφαρμογής ενός νέου οικονομικού καθεστώτος ανάπτυξης με τουλάχιστον εικοσαετή ορίζοντα, το οποίο θα βασίζεται στη συναίνεση των διαδοχικών κυβερνήσεων και αντιπολιτεύσεων σε βάθος χρόνου.

Εννοείται, φυσικά, πως το νέο αναπτυξιακό μοντέλο της οικονομίας μας δεν μπορεί να είναι το ίδιο με το μοντέλο εκείνης της μακρινής εικοσαετίας, αφού ούτε η φιλελεύθερη δημοκρατία μας είναι η ίδια με την ελεγχόμενη δημοκρατία της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Μόνο που τέτοιο μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης για τις επόμενες δύο δεκαετίες δεν φαίνεται να υπάρχει. Η πηγή των 32 δισ. ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας θα έχει στερέψει μέχρι το 2026, ενώ από το 2032, οι τόκοι και τα χρεολύσια που θα πρέπει να πληρώνουμε για τα δάνεια της εποχής των μνημονίων θα ανεβάσουν τον δείκτη χρέους, όπως και το κόστος αναχρηματοδότησης. Τι γίνεται κατόπιν;

Το στοίχημα βρίσκεται, λοιπόν, στην ανάγκη εφαρμογής ενός νέου οικονομικού καθεστώτος ανάπτυξης με τουλάχιστον εικοσαετή ορίζοντα (σαφώς, όχι στηριγμένου στον τουρισμό) προσαρμοσμένου ώστε να λειτουργεί αποδοτικά μέσα στο πολιτικό περιβάλλον που διαμορφώνουν οι εξελίξεις εντός της Ε.Ε. και διεθνώς. Ακόμη όμως κι αν ένα τέτοιο μοντέλο βρεθεί, θα πρέπει να βασίζεται στη συναίνεση διαδοχικών κυβερνήσεων, όπως και των αντίστοιχων διαδοχικών αντιπολιτεύσεων σε βάθος χρόνου. Διότι, ας είμαστε ρεαλιστές και πρακτικοί: Καμία χώρα δεν μπορεί να προοδεύσει όταν τα πολιτικά κόμματα (δηλαδή, τα κομμάτια που απαρτίζουν το πολιτικό της σύστημα) επιμένουν να πετροβολούν το ένα το άλλο.

Ο κ. Τάκης Σ. Παππάς είναι πολιτικός επιστήμονας και συγγραφέας. Από τις εκδόσεις Πατάκη κυκλοφορεί το νέο του βιβλίο «Παράδοξη χώρα: Γιατί η Ελλάδα υστερεί σε σχέση με την Ιρλανδία και την Πορτογαλία και τι μπορούμε να μάθουμε από αυτές;».

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT