ΑΠΟΨΕΙΣ

Η ξεχασμένη μαγεία του σινεμά

Λίγο πριν αρχίσει η ταινία, ο σκηνοθέτης εμφανίζεται στη μεγάλη οθόνη. Ο Στίβεν Σπίλμπεργκ μας καλωσορίζει στην τελευταία (αυτοβιογραφική) δημιουργία του με το χαμόγελο του αιώνιου παραμυθά και μας ευχαριστεί που επιλέξαμε μια κινηματογραφική αίθουσα για να τη δούμε.

Ακόμη κι αν δεν μου είχαν αρέσει οι «Fabelmans» (στην πραγματικότητα, μου θύμισε τι σημαίνει καλό, χορταστικό, συγκινητικό, οικουμενικό σινεμά) η ιδέα του πολυβραβευμένου σκηνοθέτη να απευθυνθεί στους θεατές της νέας του ταινίας με άγγιξε. Ηταν η δεύτερη φορά που βρισκόμουν σε χειμερινό κινηματογράφο μετά τις καραντίνες της πανδημίας και η χειρονομία του Σπίλμπεργκ είχε νόημα. Η υγειονομική κρίση μάς αποξένωσε από τη συνήθεια της κινηματογραφικής εξόδου και μας βύθισε ακόμη περισσότερο στην ευκολία της οικιακής ψυχαγωγίας μέσα από τις βασανιστικά ατέλειωτες επιλογές που μας προσφέρουν οι πλατφόρμες streaming. Το «να μαζευτούμε να δούμε Netflix» έχει αυτονομηθεί ως πρόταση αναψυχής· δεν είναι ούτε σινεμά ούτε (μόνο) τηλεόραση. Η προσθήκη μιας επιπλέον επιλογής αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου μας είναι φυσικό να συμπιέζει τις πιο κοντινές, θεματικά, εναλλακτικές. Δεν πιέζεται το θέατρο, αλλά το σινεμά. Και στην Ελλάδα το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο από άλλες χώρες.

Παρατήρησα τους υπόλοιπους θεατές. Δεν είχα πολλή δουλειά· η απογευματινή προβολή της Κυριακής είχε συγκεντρώσει περίπου 25 μεσήλικες. Δεν υπήρχε στην αίθουσα άνθρωπος μικρότερος από 50 χρόνων. Η ταινία βρίσκεται στη δέκατη εβδομάδα προβολής της στην Ελλάδα και μέχρι τα Χριστούγεννα είχε κόψει μόλις 25.000 εισιτήρια. Αλλά οι «Fabelmans» δεν έχουν «τραβήξει» ούτε στην πατρίδα του Σπίλμπεργκ, τις ΗΠΑ.

Παρ’ όλα αυτά, το θέμα δεν είναι η ταινία αυτή καθαυτή. Ούτε θέλω να μιλήσω εξ ονόματος των άλλων θεατών. Η αίσθησή μου ήταν ότι βγήκαμε από την αίθουσα συνεπαρμένοι. Είχαμε κάνει καλά που βγήκαμε από το σπίτι μας και χωθήκαμε σε έναν από τους ωραιότερους κινηματογράφους του κέντρου της Αθήνας για να θυμηθούμε κάτι που είχαμε ξεχάσει: τη μυσταγωγία της σκοτεινής αίθουσας και, κυρίως, το μοίρασμα της κοινής εμπειρίας. Ακόμη και η οθόνη μού φάνηκε μεγαλύτερη απ’ ό,τι συνήθως. Τι προσπαθώ να πω; Είχα πιστέψει ότι δεν θα επιστρέψω ποτέ στον κινηματογράφο με τον τρόπο που ξέραμε. Αλλά δεν είναι έτσι. Αρκεί να κάνουμε το βήμα. Να ξεβολευτούμε ίσως για λίγο και να κάνουμε ένα μικρό πείραμα με τον εαυτό μας. Θα σας εκπλήξει αυτό που θα νιώσετε. Σαν να βρήκατε κάτι πολύτιμο που το λογαριάζατε για (οριστικά) χαμένο.