«Κραυγή, λυγμός και λέξεις»

«Κραυγή, λυγμός και λέξεις»

2' 6" χρόνος ανάγνωσης

Εχει νόημα το ανέβασμα ενός κλασικού κειμένου όταν στην ουσία πρόκειται για θεατρικό αναλόγιο; Οταν δηλαδή οι ηθοποιοί, ακίνητοι επί σκηνής, διαβάζουν (ή απαγγέλλουν) το κείμενο;

Η απάντηση εξαρτάται από το αποτέλεσμα. Εν μέσω των φωτεινών γιορτών των Χριστουγέννων, αποτόλμησα μια κάθοδο στο σκοτάδι. Αναφέρομαι στη «Νέκυια», που παίζεται έως τις 28 Ιανουαρίου στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.

Στη σκηνή, ο Γιάννης Αγγελάκας (δική του ιδέα ήταν το συγκεκριμένο ανέβασμα) και η Ολια Λαζαρίδου (που τον παρέσυρε πριν από χρόνια σε μια πρώτη ανάγνωση της Νέκυιας), μαζί με τρεις μουσικούς και χορωδούς του πολυφωνικού σχήματος «Διώνη». Ο Αγγελάκας είχε συνεργαστεί μαζί τους στην «Ψυχή βαθιά» του Παντελή Βούλγαρη· το αποτέλεσμα ήταν έξοχο.

Στα αναλόγια μπροστά τους βρίσκεται ανοιχτό το κείμενο από τη ραψωδία λ της Οδύσσειας του Ομήρου. Βεβαίως, μια μικρή θεατρική προσαρμογή έχει υποστεί η μετάφραση του Γεωργίου Ψυχουντάκη από τον Γ. Αγγελάκα και τη Θεοδώρα Καπράλου, αλλά είναι συνεπής προς το πνεύμα του πρωτότυπου κειμένου.

Η συγκεκριμένη ραψωδία είναι, φυσικά, γνωστή ως «Νέκυια»: η κάθοδος του Οδυσσέα στον Αδη προς αναζήτηση του μάντη Τειρεσία, κατόπιν συμβουλής της Κίρκης. Ο Οδυσσέας θυσιάζει ένα κριάρι, το αίμα του οποίου προσελκύει τις ψυχές των νεκρών. Οι νεκροί αναγνωρίζουν τον Οδυσσέα εφόσον πιουν από το αίμα· μεταξύ αυτών, παλαιοί συμπολεμιστές, ο περίφημος μάντης και η μάνα του ομηρικού ήρωα.

Ενας κλασικός φιλόλογος έχει την κατάλληλη εποπτεία ενός τέτοιου θεμελιακού κειμένου. Ας μου επιτραπεί να προτείνω εδώ ότι το πέρασμα του Οδυσσέα από τον κάτω κόσμο δεν εξυπηρετεί απλώς τους σκοπούς της πλοκής (ο Τειρεσίας να συμβουλεύσει τον Οδυσσέα πώς θα επιστρέψει στον τόπο του), αλλά συνιστά, μέσω των φαντασμάτων του παρελθόντος, ένα συγκλονιστικό ταξίδι αυτογνωσίας.

Η αίσθηση ενός απλού θεατή (και όχι κριτικού του θεάτρου ή φιλολόγου) από τη «Νέκυια» της Στέγης είναι πως δεν πρόκειται απλώς για αναλόγιο, μολονότι, τεχνικά μιλώντας, περί αυτού πρόκειται: δεν υπάρχει τίποτα το στατικό στη «Νέκυια». Το αντίθετο· η σκηνοθεσία του εξαιρετικού σύγχρονου χορογράφου Χρήστου Παπαδόπουλου συμβάλλει καθοριστικά στην ψευδαίσθηση μιας αέναης κίνησης προς το σκοτάδι και μετά προς το φως, με τις εκπληκτικές φωτοσκιάσεις (από την Ελίζα Αλεξανδροπούλου) και την υποβλητική μουσική του ίδιου του Αγγελάκα (και επιπρόσθετη μουσική του Coti K), ενώ οι φωνές-μορφές (σαν σκιές) των δύο προσώπων στη σκηνή συμπληρώνουν την έννοια ενός ταξιδιού, που είναι μεν σκοτεινό (κυριολεκτικά, σε πολλά σημεία της παράστασης) αλλά έχει έντονο το στοιχείο της κάθαρσης.

Η παράσταση διαρκεί μία ώρα. Ομως, παύει κάθε αίσθηση του χρόνου σε αυτό το ταξίδι. Ας μην το φοβηθεί κανένας, διότι μέσω αυτού γίνεται «η αβάσταχτη σιωπή/ Κραυγή, λυγμός και λέξεις».

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT