Η πολιτικοποίηση της διασημότητας

Η πολιτικοποίηση της διασημότητας

3' 34" χρόνος ανάγνωσης

Η περασμένη δεκαετία της οικονομικής κρίσης αναπροσάρμοσε σε μεγάλο βαθμό τη σχέση πολιτικής και lifestyle που ήδη από τη δεκαετία του 1990 και ύστερα είχε αρχίσει να γίνεται ιδιαίτερα στενή. Η προβολή εικόνων της ιδιωτικής ζωής πολιτικών έγινε ένα θέμα επικοινωνιακής επικινδυνότητας, αφού όποτε συνέβη προκάλεσε αρνητικές αντιδράσεις. Το ίδιο λίγο-πολύ συνέβη με τη «στρατολόγηση» υποψήφιων βουλευτών και ευρωβουλευτών από αυτό που θα ονομάζαμε «κοινωνία του θεάματος», η οποία αποτελούσε πάγια τακτική των κομμάτων εξουσίας –και όχι μόνο– πριν από την οικονομική κρίση. Η «σεμνότητα και η ταπεινότητα» που ήθελε να εκπέμπει σχεδόν στο σύνολό του το πολιτικό σύστημα σε συνδυασμό με τη μόδα της ριζοσπαστικότητας άλλαξε τους κανόνες της πολιτικής επικοινωνίας αλλά και τα κριτήρια κομματικής προσωποποίησης.

Στις εκλογές του 2023 και ακόμη περισσότερο στις επερχόμενες ευρωεκλογές, η παλιά σύνδεση της πολιτικής με τον κόσμο του θεάματος φαίνεται να επανέρχεται. Το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές χρησιμοποίησε ως εκπρόσωπό του στα ΜΜΕ την Πόπη Τσαπανίδου υπήρξε μια σαφής ένδειξη «αλλαγής των καιρών». Επίσης ενδιαφέρουσα υπήρξε η επιλογή της Ελενας Ακρίτα ως εκπροσώπου μιας ιδιόμορφης ριζοσπαστικότητας με τόνους (ξεχασμένης) μισαλλοδοξίας.

Οι μεταγγίσεις εκλογικού ενδιαφέροντος από τους ανθρώπους της τηλεόρασης και του αθλητισμού φαίνεται να αποτελούν διακομματική τάση ξανά. Το γεγονός, άλλωστε, ότι η εκλογή ευρωβουλευτών διεξάγεται σε εθνική κλίμακα δίνει αυξημένες πιθανότητες επιτυχίας στα αναγνωρίσιμα πρόσωπα της τηλεόρασης και της σόουμπιζ, ενώ ταυτόχρονα δίνει τη δυνατότητα στα κόμματα να ενεργοποιήσουν το πολιτικό ενδιαφέρον σε τμήματα του εκλογικού σώματος που αυτό δεν είναι και τόσο ισχυρό.

Οπως γνωρίζουμε από τα παλιότερα χρόνια, η εμπλοκή διασήμων στην πολιτική μπορεί να λειτουργεί βραχυπρόθεσμα ωφελιμιστικά για τους ίδιους και τα κόμματα που τους υποστηρίζουν, σπάνια όμως προσδίδει ιδιαίτερη αλλαγή στον πολιτικό λόγο που εκφέρεται. Με εξαίρεση τους δημοσιογράφους που είναι εξοικειωμένοι με πολιτικά ζητήματα, οι υπόλοιποι αντιπρόσωποι του θεάματος που εκλέγονται συνήθως περνούν απαρατήρητοι στα νέα τους καθήκοντα.

Το παράδειγμα των ΗΠΑ, όπου οι διασημότητες έρχονται να διατελέσουν κομβικούς ρόλους εξουσίας, από τον Ρόναλντ Ρέιγκαν μέχρι τον Αρνολντ Σβαρτσενέγκερ, δεν βρίσκει το αντίστοιχο παράδειγμά του στην Ελλάδα. Η μοναδική περίπτωση που ίσως αποτελεί εξαίρεση είναι αυτή της Λιάνας Κανέλλη, που έχει σφραγίσει τα τελευταία χρόνια την παρουσία του ΚΚΕ στις τηλεοπτικές συζητήσεις και αντιπαραθέσεις, σηματοδοτώντας παράλληλα και ένα μερικό άνοιγμα του κόμματος στις περσόνες του θεάματος. Κατά τα άλλα, οι πολιτικοί στην Ελλάδα που έχουν αφήσει το στίγμα τους πρώτα στον χώρο του τηλεθεάματος και μετά στον πολιτικό στίβο είναι κυρίως εκείνοι που διαπρέπουν (ενίοτε κατέχοντας) περιφερειακά και περιθωριακά τηλεοπτικά μέσα. Από τον Γιώργο Καρατζαφέρη μέχρι τον Κυριάκο Βελόπουλο και το ξεχωριστό παράδειγμα του Αδ. Γεωργιάδη, ο πολιτικός χώρος της λαϊκής Δεξιάς και Ακροδεξιάς έχει καταφέρει μια μοναδική για τα εγχώρια πράγματα ώσμωση της τηλεπερσόνας με τον πολιτικό πρωταγωνιστή. Η περίπτωση του Γιώργου Αυτιά ως σημερινού υποψήφιου ευρωβουλευτή μάλλον σε αυτή την παράδοση θα πρέπει να ενταχθεί.

Γνωρίζουμε πάντως καλά, όχι μόνο από την ελληνική αλλά και τη διεθνή εμπειρία, ότι οι διασημότητες έρχονται να παίξουν συχνά πολύ κρίσιμους πολιτικούς ρόλους, ακόμη και όταν δεν εντάσσονται ξεκάθαρα σε ένα κόμμα για να διεκδικήσουν τη λαϊκή ψήφο. Ο ακτιβισμός τους πολλές φορές μπορεί να επηρεάσει είτε προς κοινωνικά ζητήματα είτε ακόμη και εκλογικά αποτελέσματα με πολύ πιο δραστικό τρόπο, μέσα από αυτή την έμμεση πολιτικοποίηση. Στις ΗΠΑ, από τον Λεμπρόν Τζέιμς μέχρι την Τέιλορ Σουίφτ, έχουμε ξεχωριστά παραδείγματα τα οποία τα τελευταία χρόνια έχουν δείξει μια πρωτόγνωρη, για δημοφιλείς αστέρες, στράτευση στην αντιμετώπιση του πολιτικού προβλήματος που ακούει στο όνομα Τραμπ.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και στην Ελλάδα έχουμε αντίστοιχα παραδείγματα όπου η σχέση πολιτικής και σόουμπιζ παίρνει συχνές και πολύμορφες διαστάσεις. Τα χρόνια της οικονομικής κρίσης, ο μέντορας της κοινής γνώμης στην εθνικολαϊκιστική ανάγνωσή της γίνεται ο Λάκης Λαζόπουλος. Το γυναικείο κίνημα MeToo ξεκινάει στην Ελλάδα από την ολυμπιονίκη Σοφία Μπεκατώρου (σημερινή υποψήφια στο ευρωψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ) και έναν σημαντικό αριθμό ηθοποιών. Τραγουδοποιοί και τραγουδιστές σηματοδοτούν με τη συμμετοχή τους σε συναυλίες ή άλλες δράσεις την πολιτική ταυτότητα και ευαισθησία τους, συνήθως για ζητήματα της «αντισυστημικής» ατζέντας.

Η σχεδόν άρρηκτη σχέση μεταξύ πολιτικής και κοινωνίας του θεάματος ξενίζει ελάχιστα πια. Το να ζητάμε να μην υπάρχει είναι κάτι ανεξήγητο και δημοκρατικά αθέμιτο. Από την άλλη μεριά, το να ζητάμε να υπάρχει ξεκάθαρη εξήγηση των κριτηρίων και των όρων τής εν λόγω συνέργειας είναι δημοκρατικά επιβεβλημένο.

*Ο κ. Βασίλης Βαμβακάς είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας της Επικοινωνίας στο ΑΠΘ.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT