Οι δικαστές και ο εξοπλισμός τους

Οι δικαστές και ο εξοπλισμός τους

3' 50" χρόνος ανάγνωσης
Οι δικαστές και ο εξοπλισμός τους-1
Οι δικαστές κάνουν ό,τι μπορούν με ό,τι έχουν. Μερικές φορές, δεν έχουν αρκετά.

Τα δικαστήρια δεν υπάρχουν για να «περνούν μηνύματα» και να διατυπώνουν ηθικά διδάγματα. Το μήνυμα και η ηθική ενυπάρχουν στον νόμο που οι δικαστές καλούνται να εφαρμόσουν. Αυτή είναι η δουλειά των δικαστηρίων: να ερευνούν κάθε υπόθεση σε βάθος, να την υπάγουν στους υπάρχοντες νόμους ορθά και να εκδίδουν αποφάσεις σύμφωνα με αυτούς. Δεν ορίζουν οι δικαστές τα πραγματικά περιστατικά, δεν κατασκευάζουν τα αποδεικτικά στοιχεία, δεν εφευρίσκουν τους κανόνες δικαίου. Πρακτικά, δουλεύουν με ό,τι έχουν. Το ποινικό δικαστήριο δεν αποβλέπει στην ηθική ικανοποίηση του πολίτη, αλλά στην έκφραση της νομιμότητας, η οποία μπορεί να μη συγκλίνει με το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Το να περιμένουμε από τους δικαστές να αποδώσουν το είδος δικαιοσύνης που τυχαίνει να μας βρίσκει σύμφωνους, δεν είναι δημοκρατική αξίωση, αλλά θεσμική στρέβλωση. Γι’ αυτό και οι έπαινοι ή οι καταδίκες υπέρ και εις βάρος των δικαστών για τις εκάστοτε αποφάσεις τους είναι συνήθως επικίνδυνο πράγμα. Το θέμα δεν είναι οι δικαστές να επικυρώνουν ή να διαψεύδουν τις προσδοκίες μας, αλλά να αποφασίζουν δίκαια και αιτιολογημένα με τον εξοπλισμό που διαθέτουν. Τι γίνεται, όμως, όταν ο εξοπλισμός τους είναι προβληματικός και αναντίστοιχος των περιστάσεων;

Προδιαγεγραμμένη απογοήτευση

Η θλιβερή πρωτόδικη απόφαση για το έγκλημα στο Μάτι θα μπορούσε να διαφέρει, αλλά όχι σημαντικά. Με βάση το κατηγορητήριο, ήταν από την αρχή σαφές πως τα πράγματα κάπως έτσι θα έρχονταν, ενώ οποιαδήποτε διαφοροποίηση στα όρια του εφικτού (αν, π.χ., καταδικάζονταν περισσότεροι κατηγορούμενοι ή αν οι ποινές ήταν βαρύτερες) δεν θα ήταν τέτοιου μεγέθους ώστε να εκτονώσει την επιθυμία της κοινής γνώμης για σκληρή τιμωρία των ενόχων. Για να έχουμε ουσιωδώς διαφορετικά αποτελέσματα, θα έπρεπε να έχουμε άλλου τύπου διώξεις. Αν κάτι πήγε στραβά, λοιπόν, πήγε στραβά από την αρχή: στον τρόπο που προσεγγίστηκε το έγκλημα από τις αρχές και στον τρόπο που διεξήχθη η έρευνα. Οι δηλώσεις του υπουργού Δικαιοσύνης περί «ποινικού κώδικα του ΣΥΡΙΖΑ», λοιπόν, δεν βοηθούν την κατάσταση· εκτός από διχαστικές και αφόρητα μικροπολιτικές, είναι και παραπλανητικές, γιατί αποσιωπούν ότι, με ή χωρίς τον επίδικο ποινικό κώδικα, η εξέλιξη της υπόθεσης θα έριχνε τους υπαίτιους έτσι κι αλλιώς στα μαλακά.

Μετέωρη νομιμότητα

Το ότι η Δικαιοσύνη δεν αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση του λαϊκού αισθήματος, όμως, δεν σημαίνει ότι ο νόμος δεν πρέπει να λειτουργεί επ’ αγαθώ της κοινωνίας. Ανάμεσα στο γεγονός της πυρκαγιάς και στη δικαστική απόφαση φαίνεται πως υπάρχει ένα χάσμα, λες και η απόφαση δεν αναφέρεται στο συγκεκριμένο γεγονός αλλά σε κάτι άλλο, ηπιότερο. Η πυρκαγιά στο Μάτι και οι 104 νεκροί δεν αντικατοπτρίζουν μόνο μια «τυφλή» ανάγκη για τιμωρία και εκδίκηση, αλλά και τον μεγάλο ελέφαντα στο δωμάτιο, που, στην περίπτωση αυτής της τραγωδίας, κανείς δεν συζητάει αρκετά: τον κρατικό μηχανισμό. Οι 104 νεκροί δεν πέθαναν μόνοι τους· πέθαναν επειδή το κράτος όχι μόνον απέτυχε να τους βοηθήσει, αλλά σε πολλές περιπτώσεις έδρασε με τρόπο που απέτρεψε τη σωτηρία τους (εσφαλμένες οδηγίες, πλημμελείς διασωστικές ενέργειες, τεκμήρια παρασιώπησης επιχειρησιακών σφαλμάτων). Οπως διαμορφώθηκε, η τιμωρία δείχνει να μη λαμβάνει υπόψη τα παραπάνω. Πώς ακριβώς θα σωφρονιστούν οι υπαίτιοι, λοιπόν; Πώς μπορεί η συμβολική ποινή τους να αποτυπώσει το μέγεθος του σφάλματός τους και να διασφαλίσει ότι δεν θα το επαναλάβουν;

Οργή χωρίς μικρόφωνο

Το Μάτι, βέβαια, «σκοντάφτει» και σε ένα ακόμη εμπόδιο: δεν είναι μόνον η νομική του δικαίωση που εκκρεμεί, αλλά και η κοινωνική. Η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, επί της οποίας η τραγωδία έλαβε χώρα, δεν συγκέντρωνε τα χαρακτηριστικά εκείνα που θα μπορούσαν να ευνοήσουν ένα λαϊκό κύμα αγανάκτησης και διαμαρτυρίας κατά του κράτους. Το επαναστατικό προφίλ της κυβέρνησης, η αριστερή της ταυτότητα, η προνομιακή πρόσβαση του τότε ΣΥΡΙΖΑ στα κανάλια της λαϊκής κινητοποίησης, αλλά και η ευρύτερη πολιτική κόπωση της εποχής, σφράγισαν την υπόθεση της πυρκαγιάς στα όρια των εκλογών του 2019. Μετά από αυτές, κατά κάποιον τρόπο η υπόθεση θεωρήθηκε λήξασα, λες και η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ ήταν αρκετή για να ξεπεράσουμε αυτό που συνέβη. Τι κι αν το ζήτημα δεν ήταν ποτέ κομματικό; Τι κι αν η κρατική ανεπάρκεια έδειχνε από τότε τον υπερκομματικό της χαρακτήρα; Ακολούθησαν τα Τέμπη, που έγιναν ταυτόχρονα κομματικό και κρατικό πρόβλημα, όχι κατά τύχη.

Συμπόνια και Ιστορία

Η αθωωθείσα πλέον Ρένα Δούρου δήλωσε ότι δεν θα συγχωρήσει στους πολιτικούς αντιπάλους της για το ότι η μητέρα της έφυγε από τη ζωή με τον καημό του διασυρμού της κόρης της. Στον θάνατο 104 ανθρώπων, η πρώην περιφερειάρχης κατάφερε να βρει συμπόνια μόνο για τον εαυτό της. Δεν πειράζει. Η πολιτική, η Δικαιοσύνη και η κοινωνία μπορεί να ανυπομονούν να το ξεχάσουν, όμως το Μάτι θα έχει πάντα έναν σύμμαχο ανθεκτικό στη λήθη: την Ιστορία. Εκείνη που ποτέ δεν ξεχνάει και πάντα δικαιώνει (ακόμη κι αν αργεί).

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT