ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι Χοηφόροι πάνε σχολείο

Εξαιρετική ιδέα η πρόταση για ίδρυση Σχολής Επαγγελμάτων Κηδείας που κατέθεσε το Σωματείο Ιδιοκτητών Γραφείων Τελετών Ελλάδος στα υπουργεία Παιδείας και Υγείας. Τη θεωρώ δε πολύ σοβαρότερη από τα υπόλοιπα ζητήματα που απασχολούν τον δημόσιο βίο, όπως ποιος θα πουλάει την ασπιρίνη, πώς θα ζυγίζεται το ψωμί και πόσο θα ζει το παστεριωμένο γάλα. Χωρίς να υποτιμώ τη συμμετοχή του βίου του γάλακτος στη Νέα Ελληνική Αναγέννηση -μην ξεχνάμε τον ρόλο που έπαιξε και εξακολουθεί να παίζει η πατάτα, και οι εν γένει «πατάτες» στην ιστορία του σύγχρονου ελληνισμού- δεν μπορώ να αγνοήσω το γεγονός ότι οι πολιτισμοί κρίνονται και από τον τρόπο με τον οποίον αντιμετωπίζουν τον θάνατο. Τι θα ήταν η αρχαία Ελλάδα χωρίς τις Χοηφόρους και χωρίς το υπέροχο επιτύμβιο του Δεξίλεω που φιλοξενείται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Κεραμεικού; Και τώρα που η Ελλάδα, για ακόμη μία φορά στην Ιστορία της, ετοιμάζεται να δώσει τα φώτα της ανάπτυξης στην οικουμένη, ευτυχώς που κάποιοι προνόησαν να μας οργανώσουν. Μου κάνει δε εντύπωση γιατί στα συναρμόδια υπουργεία δεν συμπεριλαμβάνονται το Ανάπτυξης και το Διοικητικής Μεταρρύθμισης μετά τα θεαματικά επιτεύγματα στον τομέα της ταφής του Δημοσίου.

Η συμμετοχή του υπ. Υγείας ελπίζω να παραμείνει διακριτική. Στα θετικά του θανάτου συγκαταλέγεται και το γεγονός ότι παύουν να σε απασχολούν τα ζητήματα της υγείας σου. Κανείς δεν σου ζητάει να κόψεις το τσιγάρο και θα ήταν κρίμα να χαθεί πολύτιμος χρόνος για τα γενόσημα και την πώληση των μη συνταγογραφούμενων, οι τελευταίες λεπτομέρειες που απασχολούν τον πληθυσμό ο οποίος, όπως λέει η έκθεση του ΟΟΣΑ, έχει λύσει όλα τα υπόλοιπα προβλήματα με την υγεία του. Διαβάζω ότι στα μαθήματα που θα διδάσκονται περιλαμβάνονται η «Ιστορία της κηδείας», το «Δίκαιο της ταφής», η «Βιολογία», η «Ανατομία» καθώς και η «Σκηνοθεσία και οι πρακτικές». Με τον όρο «πρακτικές» δεν ξέρω τι ακριβώς εννοούν, σκέφτομαι όμως ότι μάλλον θα αναφέρεται στα παραφερνάλια της επισήμου τελετής. Ελπίζω δε να εντάξουν και κάποιο μάθημα ρητορικής των επικηδείων, οι οποίοι καταφέρνουν, ως επί το πλείστον, να βασανίζουν με την αφόρητη πλήξη τους όχι μόνον τους συγγενείς και φίλους αλλά και τον ίδιο τον θανόντα, ο οποίος έχει κάθε λόγο να επιθυμεί την ησυχία του. Και εδώ η αρχαία ημών παράδοση του μέτρου μπορεί να αποβεί ιδιαιτέρως χρήσιμη. Δεδομένου ότι έχουμε παρερμηνεύσει το περίφημο «ο αποθανών δεδικαίωται», επιμένουμε κάθε φορά που πεθαίνει κάποια ηθοποιός να την αναγορεύουμε σε μεγάλη τραγωδό, κάποιος συγγραφέας σε ανταγωνιστή του Δάντη και κάποιος πολιτικός σε ηγετική φυσιογνωμία του νομού του ή της επαρχίας του. Να μην ξεχάσουν επίσης να φτιάξουν έναν κατάλογο απαγορευμένων εκφράσεων που κάνουν τα νεκροταφεία να ανταγωνίζονται τη Βουλή σε ξύλινη γλώσσα. Πρώτη και καλύτερη, εκείνο το «δυσαναπλήρωτο κενό». Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι πρέπει να παρασυρθούν από την ειλικρίνεια του «ουδείς αναντικατάστατος».

Για τη σκηνοθεσία δεν έχω να πω πολλά. Αν καταφέρουν να απαλλάξουν τη σημαντική αυτή στιγμή από την παράδοση των Επιδαυρίων, με τις μεγαλοστομίες της και τις χειρονομίες της, πολλά θα έχουμε κερδίσει. Μην ξεχνάμε ότι ο βαθμός πολιτισμού μιας κοινωνίας κρίνεται στις ακραίες της στιγμές κι εμείς, όπως στη χαρά μας σπάμε πιάτα, στη λύπη μας, επειδή δεν έχουμε τίποτε να σπάσουμε, χειροκροτούμε και φωνάζουμε ότι ο νεκρός ζει, μας οδηγεί, και λοιπά μάλλον άτοπα. Ας μου συγχωρεθεί η σημερινή μου τάση για μαύρη κωμωδία, όμως στο μουντό τοπίο της επικαιρότητας, με την αφόρητη επανάληψη των ίδιων και των ίδιων, όταν διάβασα την πρόταση του σωματείου, στο μυαλό μου ήρθε εκείνος ο στίχος του Εμπειρίκου: «Η δόξα των Ελλήνων που πρώτοι αυτοί στον κόσμον εδώ κάτου έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου».