ΑΠΟΨΕΙΣ

Πολιτική στην εποχή του selfie; Ας το σκεφτούμε

Στα τέλη της περασμένης χρονιάς, το on-line Oxford Dictionary ανακηρύσσει ως λέξη-έννοια πιο χαρακτηριστική του 2013 το «selfie» (ιντερνετική μόδα αυτοφωτογράφισης με σκοπό την ανάρτηση του προσωπικού πορτρέτου). Είχε προηγηθεί λίγες ημέρες νωρίτερα σάλος από τα selfie στα οποία επιδίδονταν, με εμφανώς ευτράπελη διάθεση, ο Ομπάμα, ο Κάμερον και η γοητευτική πρωθυπουργός της Δανίας, κατά την επίσημη τελετή για την κηδεία του Νέλσον Μαντέλα. Οι ισχυροί του κόσμου, οι πιο φωτογραφημένοι, με τις κάμερες πανταχού παρούσες να αποτυπώνουν κάθε στιγμή τους, επιθυμούσαν μια απόλυτα προσωπική αποτύπωση της συνάντησής τους με ντεκόρ, ναι, απλό ντεκόρ, το θλιβερό γεγονός.

Επικρίθηκαν για την ασέβεια μεν, αλλά το γεγονός της στιγμιαίας αυτής έκφρασης φαντασμαγορικού εγωκεντρισμού από ηγέτες-σύμβολα της εποχής τους εγγράφεται στην ευρύτερη εικόνα μιας εποχής, όπου η τεχνολογία της επικοινωνίας έχει κάνει δυσδιάκριτο τον διαχωρισμό μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού, προκαλώντας κλυδωνισμούς σε ολόκληρο το οικοδόμημα αξιών, κανόνων και δεσμεύσεων με βάση το οποίο λειτουργούσε το κάθε πεδίο.

Ναι, η μόδα του selfie είναι μια λεπτομέρεια, αλλά δεν μπορεί να μην τη δούμε και ως καθοριστική ένδειξη πως η σύγχρονη πολιτική δεν έχει πεδίο πλέον μόνο την ευρεία σφαίρα των δημόσιων ζητημάτων, όπου πρέπει να συνθέσει προτάσεις και να ενώσει σε κοινό σκοπό επιμέρους κοινωνικές ομάδες, αλλά και ένα πολύμορφο πεδίο ιδιωτικών καημών, όπου ο καθένας αισθάνεται ότι μπορεί να πράξει καλύτερα και κατέχει την «αλήθεια» της λειτουργίας ενός πολιτικού χώρου, τον οποίο μπορεί να διαμορφώσει έτσι ώστε να επιβιώνει η ιδιαιτερότητά του.

Το ασύμβατο με τη δημόσια στιγμή παιδιάρισμα των τριών ηγετών με τα selfie τους δεν ήταν άμοιρο του περιβάλλοντος, των τάσεων και των νέων ηθών της εποχής τους. Την εποχή, όπου προσφέρονται όλα τα μέσα για τη μεγεθυσμένη προβολή τού εγώ, με τα πιο ακραία του ελαττώματα να εγκαθίστανται στη δημόσια σφαίρα σαν φωτογενή προτερήματα. Λίγους μήνες νωρίτερα είχαν ανακηρυχθεί οι Ολυμπιακοί του selfie, για το δημοφιλέστερο αυτοπορτρέτο του Ιντερνετ, προσφέροντας την ικανοποίηση μιας παγκόσμιας πρωτιάς χωρίς να καταβάλει κανένα σωματικό ή πνευματικό κόπο ο συμμετέχων.

Προφανώς σε όλο αυτό, μακριά από αφορισμούς, διακρίνεται και η μοναδική ευκαιρία να εδραιωθεί με έναν ριζοσπαστικό τρόπο η ιδέα της ισότητας και της κατάργησης των χαλύβδινων κανόνων εμφάνισης, που επέβαλε επί δεκαετίες η σοουμπίζνες, αλλά ομοίως και οι κανόνες προσωπικής εξέλιξης, μόρφωσης, επαγγελματικής επιτυχίας, κοινωνικής προσφοράς και εμπειρίας, που αποτελούσαν έως χθες τα κριτήρια για να αναδειχθούν ικανές και ισχυρές προσωπικότητες σε πλείστους επαγγελματικούς τομείς, αλλά και στην πολιτική. Φυσικά τα κριτήρια, όσον αφορά την επιλογή πολιτικών, αλλοιώθηκαν από την εποχή που η πολιτική σκηνή υιοθέτησε όρους θεάματος και μεθόδους σοουμπίζνες. Είναι προφανές ότι το ποτάμι όχι μόνο δεν γυρίζει πίσω, αλλά γίνεται όλο και πιο ορμητικό και η τάση των selfie δεν αποτελεί παρά μία ένδειξη μόνον ότι η δημόσια σφαίρα κατακερματίζεται πλέον σε απίθανα εγώ χρηστών και καταναλωτών τεχνολογίας και θεάματος, ενώ η έννοια του πολίτη καθίσταται όλο και δυσκολότερο να προσδιοριστεί.

Διότι με ενθουσιασμό μπορεί να χαιρετίσει κάθε δημοκράτης την αντίληψη που αναδείχθηκε από την ιντερνετική μόδα του selfie, ότι για να κερδίσει κανείς θέση περίοπτη σε μια μεγάλη κοινότητα, όπως η φεϊσμπουκική, δεν χρειάζεται να διαθέτει κανένα ιδιαίτερο προσόν. Και μάλιστα μπορεί να επιδίδεται στην ίδια μέθοδο αυτοπροβολής, ανταγωνιζόμενος σχεδόν με τα ίδια μέσα, στο ίδιο ακριβώς πεδίο, το φεϊσμπουκικό, τους πιο ισχυρούς του κόσμου. Είναι αλήθεια ότι όλο αυτό μοιάζει με δημοκρατικό υπερθέαμα, πολύ περισσότερο όταν έγινε σύνθημα των φανατικών του selfie «το άσχημο είναι το ωραίο», το οποίο ανέκυψε από την τάση να γίνονται δημοφιλή τα selfie με τα εξωραϊσμένα αυτοπορτρέτα, αλλά των τελείως διαφορετικών. Σπουδαίο επίτευγμα για μια εποχή όπου αναβιώνει ο πιο άγριος ρατσισμός και μαίνεται η μάχη για την ανοχή και αποδοχή του διαφορετικού.

Ωστόσο, σε όλο αυτό, υπάρχει ένα σκοτεινό σημείο, το οποίο συνδέεται με μια γενικότερη τάση, κληρονομιά από την εποχή των ριάλιτι, ότι η δημόσια συζήτηση καταλαμβάνεται όλο και περισσότερο από κρίσεις για αρνητικά χαρακτηριστικά μιας προσωπικότητας, τα οποία εγείρουν και προβάλλουν στον δημόσιο λόγο από ηθικολαγνικές αντιλήψεις μέχρι κριτήρια εμφάνισης και ό,τι άλλο συνθέτει το «εγώ». Η διαφορά, άλλωστε, μεταξύ χρήστη – καταναλωτή και πολίτη είναι ότι ο πρώτος μένει πάντα γαντζωμένος στην ιδιαιτερότητά του και στην προάσπιση των προσωπικών του συμφερόντων, ενώ πολίτης σημαίνει να προσπαθείς να ξεπεράσεις την ιδιαίτερη περίπτωσή σου και να λάβεις υπ’ όψιν το κοινό καλό ή, έστω, μιας ευρύτερης ομάδας ανθρώπων που υπερβαίνει τα όρια της παρέας και των εξασφαλισμένων «κουκιών».