ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο ρόλος του ΔΝΤ και οι Ευρωπαίοι

Αναπτύσσεται, τον τελευταίο καιρό, ζωηρή συζήτηση για τον ρόλο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Στους κυβερνητικούς κύκλους, κάθε ιδέα που οδηγεί στη «διάλυση της τρόικας» αποτελεί, σήμερα, πεδίο σύγκλισης μεταξύ συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης, αφού και οι δύο επιθυμούν διακαώς το «τέλος του Μνημονίου».

Ο συντομότερος δρόμος, σκέφτονται ορισμένοι, θα ήταν η αποχώρηση του Ταμείου από την τρόικα. Το θέμα «Μνημόνιο χωρίς ΔΝΤ», για όσους βιάζονται να γνωρίζουν την απάντηση, «δεν υπάρχει στις συζητήσεις αυτής της περιόδου». Οι διαφωνίες του Ταμείου με τις Βρυξέλλες και κατ’ επέκταση με το Βερολίνο ήσαν έντονες το δίμηνο Νοεμβρίου – Δεκεμβρίου 2012. Δόθηκε όμως, τότε, η κατάλληλη λύση. Οι Ευρωπαίοι υποσχέθηκαν να κάνουν «ό,τι χρειαστεί» ώστε το ελληνικό χρέος να παραμείνει «βιώσιμο» στον ορίζοντα του 2022.

Τη φροντίδα για να τηρηθεί η υπόσχεση ανέλαβαν τα κράτη που διαθέτουν πιστοληπτική βαθμολόγηση «ΑΑΑ», αφού αυτά αποφασίζουν τι συμφέρει στη δράση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας. Για παράδειγμα, θα αρκούσε να ανακοινώσει ο κ. Ρέγκλιγκ, επικεφαλής του ΕΜΣ, ότι εγγυάται για το προϊόν της πρώτης έκδοσης νέων ελληνικών ομολόγων, για να μειωθεί δραματικά το επιτόκιο και να μοσχοπωληθούν οι τίτλοι.

Παρόμοιες αποφάσεις θα ληφθούν ευκολότερα εφόσον το Ταμείο παραμείνει ο κύριος επόπτης και σύμβουλος των Ευρωπαίων. Αλλωστε, στον Κανονισμό 472 της Ευρωπαϊκής Ενωσης προβλέπεται ότι το Ταμείο θα συμμετέχει σε όλα τα στάδια της «ενισχυμένης εποπτείας». Ειδικά, μάλιστα, «η Επιτροπή εκτιμά, σε συνεργασία με την ΕΚΤ και, εφόσον είναι δυνατόν, με το ΔΝΤ τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους».
Στο Βερολίνο κρίνουν απαραίτητη την παρουσία του Ταμείου. Η δημοσιοποίηση όσων συζητήθηκαν όταν «έσκασε» η Ελλάδα, τον Μάρτιο – Απρίλιο 2010 και μάλιστα ότι η καγκελάριος Μέρκελ ήταν εκείνη που ζήτησε τη συμμετοχή του Ταμείου, επιβεβαιώνει ότι η τρόικα θα παραμείνει το κύριο όργανο εποπτείας, με το Ταμείο στον κεντρικό ρόλο.

Υπάρχει άλλωστε κι ένας άλλος, πολύ πρακτικός, λόγος. Το ΔΝΤ έχει ακόμη να δανείσει στην Ελλάδα περίπου 20 δισ. ευρώ. Κανένα ευρωπαϊκό κράτος δεν θέλει να εξηγήσει στους φορολογουμένους του ότι εκτός από τα πρόσθετα κεφάλαια (12, 15 ή 18 δισ.) που ήδη χρειάζονται, θα πρέπει να πληρώσουν και για να καλυφθεί το μερίδιο του Ταμείου μέχρι το 2016.

Υπάρχει βεβαίως και η άλλη πλευρά. Πολλοί πιστεύουν ότι το Ταμείο πιέζει τους Ευρωπαίους προκειμένου να γίνει ένα σοβαρό «κούρεμα» στο επίσημο χρέος της Ελλάδας. Αυτό δεν είναι σωστό, σήμερα. Στην τελευταία έκθεση του Πολ Τόμσεν είχε ξεκαθαριστεί ότι δεν απαιτείται κανένα «κούρεμα» εφόσον εξοικονομηθούν πόροι ύψους 4 μονάδων του ΑΕΠ, με μέτρα που επρόκειτο να προσδιοριστούν για τη διετία 2014 – 15. Σημείωνε, μάλιστα, ότι ο αποδεκτός στόχος για το 2022 είναι το χρέος να είναι κάτω από το 110% του ΑΕΠ. Ο στόχος αυτός είναι εφικτός, σε αντίθεση με όσα ευκόλως ψιθυρίζουν διάφοροι προπαγανδιστές. Οχι μόνον οι δυνατότητες μεγέθυνσης είναι υπαρκτές, αλλά και η επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων, ακόμη και η επανακαταμέτρηση του εγχωρίου προϊόντος, θα επιλύσουν το ζήτημα.

Στις αρχές του 2010, η προσφυγή στο Ταμείο ήταν μια πραγματική απειλή, επειδή θα σηματοδοτούσε ότι θα είχαμε φτάσει στην καταστροφή και ότι δεν θα είχαμε άλλη χείρα βοηθείας. Συνέβη έτσι ακριβώς. Τότε, το Ταμείο ήταν ο «μπαμπούλας» του εθνικο-λαϊκισμού.

Σήμερα, η διατήρηση από το Ταμείο ενός κεντρικού ρόλου στην προβλεπόμενη διαδικασία επιτήρησης αποτελεί εγγύηση ψυχραιμίας, ειδικά σε ό,τι αφορά την επιστροφή της χώρας στις αγορές κεφαλαίου. Οι εμπειρογνώμονες του Ταμείου επισημαίνουν ότι το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, δηλαδή οι τόκοι, δεν αποτελούν πλέον σοβαρό ζήτημα, παρά ίσως για λόγους πολιτικών εντυπώσεων. Το σημαντικό είναι να ολοκληρωθεί η ανοικοδόμηση των δημοσίων οικονομικών του ελληνικού κράτους. Η βοήθεια του Ταμείου, τόσο στην αντιμετώπιση της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών όσο και για τη διαπίστευση της Ελλάδας στις αγορές, θα είναι, για πολλούς ακόμη μήνες, πολύτιμη.