ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Ψυχρός Πόλεμος τροφοδοτεί συναρπαστικά σενάρια

Η εποχή του Ψυχρού Πολέμου έμοιαζε να ’χει περάσει στην ιστορία. Η εποχή κατά την οποία ο κόσμος ήταν ευκρινώς χωρισμένος σε καλούς και κακούς, και αναλόγως από ποια πλευρά του βρισκόταν κανείς όριζε τους πρώτους και τους δεύτερους, είχε πάρει πλέον στις λαϊκές αφηγήσεις και δη στην κινηματογραφική, λογοτεχνική και τηλεοπτική μυθοπλασία μια χροιά ρετρό ρομαντισμού και στις τουριστικές εξορμήσεις συνοψιζόταν σε φολκλορικές απεικονίσεις ενός «κόσμου που χάθηκε».

Χάθηκε; Και όμως. Η αμηχανία των παγκόσμιων μίντια μπροστά στην ουκρανική κρίση, η ευκολία με την οποία ορισμένα βρέθηκαν «παγιδευμένα» στην προπαγάνδα της μιας ή της άλλης πλευράς, αν μη τι άλλο, επιβεβαίωσε την κυριαρχία των όρων του μιντιακού θεάματος, το οποίο υπακούει πάντα στα ευανάγνωστα στερεότυπα του καλού και του κακού, στο άσπρο-μαύρο. Μπορεί να έχουμε αγγίξει ως μιντιακός πολιτισμός το ιδανικό δημοκρατικό επίτευγμα της επικοινωνιακής τεχνολογικής επανάστασης, ότι δηλαδή η βαρύτητα του θέματος εξαρτάται από την εκτίμηση του θεατή (σαφές παράδειγμα η πολιτική βαρύτητα που δίνεται στην «αναγνωρισιμότητα» μιντιακών προσωπικοτήτων). Μόνο που η εκτίμηση εστιάζεται στο περίγραμμα του κυρίως θέματος, το οποίο μπορεί και να διαφεύγει.

Αυτή πάντως τη συγκεκριμένη στιγμή, κατά την οποία μοιάζει να καταφεύγουν ορισμένοι σε αναφορές και παραλληλισμούς με την ψυχροπολεμική εποχή και ειδήσεις όπως «ο Ομπάμα έξαλλος με τη CIA, που δεν τον προειδοποίησε για την Ουκρανία», μοιάζουν να θέτουν ολόκληρο το εξωφρενικό οικοδόμημα του «όλοι παρακολουθούν όλους» σε αμφισβήτηση, η λογοτεχνία και η τηλεόραση εξακολουθούν να προσφέρουν με τον τρόπο τους παραδείγματα ερμηνείας και συναισθηματικής κατανόησης της κουλτούρας, την οποία διαμόρφωσε τουλάχιστον στη δυτική πλευρά του κόσμου η εποχή του Ψυχρού Πολέμου.

Μια έξοχη τηλεοπτική παραγωγή, υψηλών αισθητικών και σεναριακών προδιαγραφών, χρονικά τοποθετημένη τη δεκαετία του 1980, λίγο πριν από την πτώση του Τείχους, κερδίζει τους παγκόσμιους φαν των τηλεοπτικών σειρών. Παραγωγός και σεναριογράφος ο πρώην πράκτορας της CIA, ο Τζόε Βάισμπεργκ (Joe Weisberg). Στους «The Americans» παρακολουθούμε την ιστορία ενός ζευγαριού πρακτόρων της KGB, οι οποίοι ζουν σε προάστιο της Ουάσιγκτον παριστάνοντας τους παντρεμένους. Αποκτούν μάλιστα και παιδιά παρόλο που δεν πρόκειται για πραγματικό ζευγάρι, αλλά ακόμη και αυτό είναι στις υποχρεώσεις της αποστολής τους. Γείτονάς τους ένας Αμερικανός πράκτορας του FBI με τη δική του οικογένεια, βλοσυρός και εξίσου επικίνδυνος. Ηδη στη δεύτερη σεζόν της, η σειρά αφηγείται με συναρπαστικές λεπτομέρειες τις κατασκοπικές περιπέτειες, αλλά η μαγεία της είναι ότι περιγράφει τον ψυχισμό, που διαμορφώνει από τη μία ο επαγγελματισμός και η στράτευση και από την άλλη, η γοητεία του Δυτικού τρόπου ζωής και η συναισθηματική εμπλοκή του πρωταγωνιστικού ζεύγους. Με τη μαεστρία, την οποία έχει αναπτύξει η σύγχρονη τηλεοπτική παραγωγή στο να αντιστρέφει τους καθιερωμένους όρους καλού και κακού και να συντονίζεται με την κουλτούρα της αμφισβήτησης των παλιών στερεοτύπων –«Braking Bad», «Homeland», «Dexter» κ.λπ.– οι πράκτορες της KGB γίνονται οι συμπαθητικοί ήρωες. Οσο για τις κατασκοπικές μεθόδους, παρουσιάζονται εξίσου απάνθρωπες, τόσο εκείνες του FBI και της CIA όσο και της KGB. Το σενάριο αναδεικνύει τις ανθρώπινες πτυχές της σκληρής κατασκοπικής ζωής, ανεξαρτήτως των ηθικοπλαστικών αξιωμάτων και των δύο ιδεολογικών πλευρών.

Αλλά και στο πεδίο της λογοτεχνίας, το μυθιστόρημα του Ιαν Μακ Γιούαν «Επιχείρηση Ζάχαρη» –σε έξοχη, συντονισμένη με το ύφος του συγγραφέα μετάφραση της Κατερίνας Σχινά– βλέπουμε να αναδεικνύει τα ανθρώπινα συστατικά με αφορμή μια υπόθεση κατασκοπείας και μαζί τους τα στοιχεία της Δυτικής κουλτούρας, όπως διαμορφωνόταν την ψυχροπολεμική εποχή και μέσα από τις λογοτεχνικές της αφηγήσεις. Εδώ η χρονική περίοδος είναι οι δεκαετίες ’60 και ’70, η βρετανική Μ15 σε οργανωτικό οργασμό και οι διπλοί πράκτορες το ηθικό «αγκάθι» και των δύο πλευρών. Ηρωίδα του Μακ Γιούαν μια όμορφη, ξανθιά νεαρή, με πουριτανική αγωγή από τον πατέρα πάστορα, η οποία την οδηγεί σε σπουδές πέρα από την πραγματική της επιθυμία και εντέλει στη στράτευσή της, μέσα από μια ερωτική σχέση, στις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες. Εδώ βρίσκουμε μια ενδιαφέρουσα άποψη για την «ηθική» του διπλού πράκτορα (σελ. 283): «…Η χρήση αυτών των τρομοκρατικών καινούργιων όπλων μπορεί να χαλιναγωγηθεί μόνο μέσω της ισορροπίας δυνάμεων, του αμοιβαίου φόβου, του αμοιβαίου σεβασμού. Ο Ψυχρός Πόλεμος είχε πέσει στα κεφάλια μας. Ο κόσμος είχε χωριστεί σε εχθρικά στρατόπεδα. Δεν ήμουν ο μόνος που σκεφτόταν έτσι». Σε αυτού του είδους τις αφηγήσεις δεν αποτυπώνεται παρά εκείνη η καταπιεσμένη από ιδεολογικά στερεότυπα πολυπλοκότητα του κόσμου.