ΑΠΟΨΕΙΣ

Το τίμημα της διασημότητας

Με τον Αριστοτέλη στην πρώτη θέση των πλέον διάσημων διασήμων των τελευταίων 6.000 ετών νομίζω ότι μπορούμε να ησυχάσουμε για λίγο. Το χρέος, όσο υπέρογκο κι αν είναι, δεν κατάφερε να κάμψει τη δημοφιλία του ελληνισμού, οι δε προσπάθειες των διεθνών ανθελληνικών κέντρων να υπονομεύσουν το κύρος του είναι προφανές ότι, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, πέφτουν στο κενό. Αν μάλιστα συνυπολογίσουμε και τον Πλάτωνα, ο οποίος καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση στην κατάταξη, τον Σωκράτη, τον Μέγα Αλέξανδρο, τον Πυθαγόρα και τον Ομηρο που φιγουράρουν στην πρώτη δεκάδα, τότε νομίζω ότι μπορούμε να κοιμόμαστε ήσυχοι. Οι δικοί μας τα πάνε πολύ καλά. Κι αν δεν υπάρχει κανένα ελληνικό όνομα στον κατάλογο των διασημότερων ποδοσφαιριστών δεν έχει και τόση σημασία. Ας αφήσουμε και λίγο χώρο για τους Βραζιλιάνους και λοιπούς νεόπλουτους του πολιτισμού. Εμείς είμεθα κρασί που πάλιωσε εξαιρετικά.

Οφείλω να ομολογήσω πάντως ότι προς στιγμήν ανησύχησα. Διότι σκέφτηκα ότι αν ο κόσμος μας διαθέτει τόσους πολλούς αναγνώστες του Αριστοτέλη, όσους και θαυμαστές της Κέιτ Μπλάνσετ, τότε ο κόσμος μας έχει γίνει τόσο σοφός με αποτέλεσμα εγώ, με τις φτωχές μου γνώσεις, να δυσκολεύομαι να τον παρακολουθήσω. Κι αν, παρότι διαβάζει Αριστοτέλη, έχει τέτοια χάλια τότε δεν υπάρχει ελπίδα. Οπως έλεγε και ο αγαπημένος μου Μονταίνιος, στην αρχαιότητα υπήρχαν εφτά σοφοί, σήμερα, στην εποχή του δηλαδή, είναι δύσκολο να βρεις εφτά ανθρώπους που δεν είναι σοφοί. Υποθέτω όμως ότι ο διαγωνισμός δεν έγινε με τη μέθοδο της κάλπης όπως οι δημοσκοπήσεις μας με τους μισούς αναποφάσιστους και τους άλλους μισούς περιφερόμενους στην αγορά για window shopping. Υποθέτω ότι θα έλαβαν υπόψη τα δημοσιεύματα, τις εκδόσεις, τις βιβλιοθήκες, τις πανεπιστημιακές έδρες, και, εννοείται, τη Wikipedia. Πολύ δε θα ήθελα να ξέρω πόσες απ’ αυτές τις αναφορές στον Αριστοτέλη είναι στα ελληνικά, εκδόσεις, δημοσιεύματα και πανεπιστήμια. Ή μάλλον αφήστε το καλύτερα. Προτιμώ να μην το ξέρω. Εχω πολλούς άλλους λόγους για να πάθω κατάθλιψη ώστε να προσθέσω και την παρ’ ημίν σιτοδεία σύγχρονης πνευματικής παραγωγής για τους αρχαίους ημών στη χώρα μας, για τους «δικούς» μας, για τη «βαριά βιομηχανία» μας.

Ας αφήσουμε την ευτράπελη πλευρά του όλου ζητήματος. Και ας σταθούμε λίγο στη σοβαρή του πτυχή. Το γεγονός ότι ο Αριστοτέλης και ο Πλάτων θεωρούνται οι διασημότεροι άνθρωποι των τελευταίων 6.000 ετών δεν σημαίνει ότι η σκέψη τους εξακολουθεί να επηρεάζει τον κόσμο μας όσο καταλυτικά επηρέασε τον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση. Απλώς σημαίνει ότι οι πληροφορίες, και τα ονόματα, κυκλοφορούν με την ίδια άνεση που κυκλοφορούν οι τουρίστες στα κρουαζιερόπλοια. Ως εκ τούτου ας μη βαυκαλιζόμεθα, αγαπητοί συμπατριώτες, και ας μην απογοητευόμεθα από εαυτούς και αλλήλους. Απλώς ας παραδεχθούμε με θάρρος πως ένα ακόμη προνόμιο του ελληνισμού χάθηκε στην αχανή παγκοσμιότητα και πως κατά φαντασίαν αναγνώστες και γνώστες του Αριστοτέλη και του Πλάτωνα υπάρχουν σ’ όλον τον κόσμο. Ο διαγωνισμός του ΜΙΤ, δυστυχώς, μας αναγκάζει να παραδεχθούμε πως ένα ακόμη προνόμιο του ελληνισμού χάθηκε στην αχανή παγκοσμιότητα. Τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα τους είχαμε χάσει ως διανοητές, ως φιλοσόφους που ανήκουν στον δυτικό πολιτισμό και εμείς είμαστε αναγκασμένοι να διαβάζουμε τις σύγχρονες ερμηνείες τους από μεταφράσεις. Τώρα τους χάνουμε και ως διασημότητες. Δεν χρειάζεται να κατάγεσαι από την Πελοπόννησο για να προφέρεις το όνομά τους και να γεμίζει το στόμα σου με το άρωμα της ένδοξης καταγωγής σου. Είναι διάσημοι και στην Ισλανδία και στο μακρινό Πεκίνο, ενίοτε δε διασημότεροι απ’ όσο στην Ελλάδα. Τόσο διάσημοι που υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να ασχοληθεί μαζί τους ώς και ο κ. Σμαραγδής. Είναι το τίμημα της διασημότητας.