ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι αστικές πύλες των ηρώων

oi-astikes-pyles-ton-iroon-2012926

Στη σκιά του μικρού ναού των Αγίων Ταξιαρχών, σε μια πράσινη φωλιά, σαν θόλος από πεύκα, μέσα στο Πεδίον του Αρεως, βρίσκεται το μνημείο του Αλέξανδρου Υψηλάντη. Μοιάζει να κοιμάται, αρσενική εκδοχή της Ωραίας Κοιμωμένης, καθώς η σαρκοφάγος, που περιέχει τα οστά του, φιλοτεχνημένη από τον Λεωνίδα Δρόση, μοιάζει να συνομιλεί με τον Γιαννούλη Χαλεπά.

Βαθιά μέσα στις φυλλωσιές του Πεδίου του Αρεως, ανάμεσα σε ξέφωτα και διαδρομές, επιζεί η πιο μνημειακή απόδοση της 25ης Μαρτίου στην Αθήνα. Αλλά αυτή η σμίλευση του ψυχρού, λευκού μαρμάρου, που μας έχει δώσει και τις δύο σειρές προτομών στο Πάρκο των Ηρώων, ακουμπάει γλυκά, σαν φτερό σε μαξιλάρι, σε ένα βαθύ, συγκινησιακό πλέγμα γενεών Αθηναίων.

Αντίθετα απ’ ό,τι θα φανταζόταν κανείς, η Αθήνα δεν απέκτησε ένα Εθνικό Μνημείο Ανεξαρτησίας που να απηχεί τον συσπειρωτικό ακαδημαϊσμό του 19ου αιώνα. Σκόρπια σημεία στην πόλη εξυφαίνουν διαδρομές μνήμης, από την Ελλάδα που στέφει τον Βύρωνα στη γωνία του Ζαππείου ώς το κατεδαφισμένο σπίτι του Κανάρη στην Κυψέλη, και από τον έφιππο ανδριάντα του Καραϊσκάκη στην άλλη γωνία των κήπων του Ζαππείου προς την Ηρώδου Αττικού, έργο του Μιχάλη Τόμπρου, ώς τις μοναδικές συλλογές του Εθνικού και Ιστορικού Μουσείου στο μέγαρο της Παλαιάς Βουλής. Εκεί, στη Σταδίου, ο έφιππος Κολοκοτρώνης, έργο του Λάζαρου Σώχου, μοιάζει να συμπυκνώνει ίσως όλο το συλλογικό φαντασιακό για το ηρωικό ’21.

Αλλά είναι μέσα στο Πεδίον του Αρεως, σε αυτήν τη μαρμάρινη ανθολογία των ηρώων σε στήλες, που αιωρείται με βαριά μυρωδιά άνοιξης μια ακαθόριστη μνήμη εθνικής επετείου. Χωρίς να ξέρει κανείς να πει με βεβαιότητα, είναι σαν να βλέπει πράσινα, αιχμηρά φοινικόφυλλα και γαλανόλευκες γιρλάντες να τυλίγουν τη μαντιλοδεμένη Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, τον ρωμαλέο Οδυσσέα Ανδρούτσο και τον Αθανάσιο Διάκο με την κυματιστή κόμη, ίσως τρεις από τους πιο δημοφιλείς ήρωες, γιατί και οι δύο είχαν εσωτερικό δράμα και επική υπέρβαση όσο λίγοι. Οταν βρέθηκα προ καιρού ως περιπατητής στο Πάρκο των Ηρώων, που προτιμώ να το σκέφτομαι ως κρυμμένη αλέα, ως λευκή κορδέλα και ως δημοσιά του παλιού καιρού, μου ήρθε στον νου το αχνό άρωμα του χαρτιού από εκείνα τα σχολικά τετράδια του «Φοίνικος» με τα κίτρινα εξώφυλλα και τους ήρωες σε χρωματιστά πορτρέτα.

Μου ήρθαν στον νου εικόνες και μυρωδιές (πάλι) από τα παλιά άλμπουμ γραμματοσήμων με τις σειρές από τα 100 χρόνια της ελληνικής ανεξαρτησίας κυκλοφορίας 1930, που έμεινε στην ιστορία, ως μια πανέμορφη εικαστική απόδοση των μορφών. Το 1924, τα 100 χρόνια από τον θάνατο του Βύρωνα, το 1927 τα 100 χρόνια από τη ναυμαχία του Ναυαρίνου (και πάλι το 1977, τα 150 χρόνια), το 1971 οι πέντε σειρές για τα 150 χρόνια της «Εθνικής Επαναστάσεως» και το 1979 οι «Αγώνες των Σουλιωτών», σχηματίζουν όλα ένα νέφος μνήμης, μια διέξοδο συμβολισμού και πύκνωσης αισθήματος. Αυτά τα μικρά χαρτάκια, σε παλιά λευκώματα, είχαν σμιλέψει προσωπικές αναφορές, βιώματα και σιωπηλές συμμαχίες.

Στις αθηναϊκές περιπλανήσεις για τα ίχνη του 1821, θα υπάρχει πάντα ένα στοιχείο έκπληξης, ανάκλησης και κενού. Ετσι είναι οι επέτειοι.