ΑΠΟΨΕΙΣ

Χρωστάμε στους νεκρούς

Στη γραμματεία δημοτικού κοιμητηρίου όπου βρέθηκα διεκπεραιώνοντας χρέος μου, έγινα, ακουσίως, ωτακουστής μιας ανθρώπινης ιστορίας «ανώνυμων» Ελλήνων. Σας τη μεταφέρω γιατί κατά κάποιο τρόπο εντάσσεται στο κλίμα της Εβδομάδας των Παθών. Κατάνυξη, θλίψη, αλλά και βέβαιη προσμονή της Ανάστασης του Θεανθρώπου. Και ανάτασης ημών των ιδίων. Το ζευγάρι δίπλα μου, εβδομηντάρηδες, με φωνή και ύφος ανθρώπων που έχουν παιδευτεί στη ζωή. Κατάλαβα ευθύς ότι είχε κλείσει ο τριετής εν τάφω κύκλος αγαπημένου τους προσώπου και ζητούσαν να παραταθεί ένα έτος ώστε να αναβάλουν τη διαδικασία ανακομιδής των οστών. «Δεν θα έχει λιώσει ακόμα η Χρυσούλα, Μαρίκα», είπε ο σύζυγος, συμπληρώνοντας σχεδόν παρακλητικά: «Το ξέρεις ότι σ’ αγαπούσε σαν αληθινή αδελφή της». Ηταν ο αδελφός της. Προσπαθούσε να την πείσει να κάνουν, υπέρ μνήμης Χρυσούλας, θυσία. «Πού θα τα βρούμε 350 ευρώ; ούτε σε δόσεις», απάντησε η Μαρίκα, προσθέτοντας κι άλλη θλίψη στον σύζυγο. Υπερίσχυσε η επώδυνη λογική. Εκταφή. Εστω, νέα ταφή, στον τομέα με τα «αδιάλυτα» του κοιμητηρίου, σε μια γωνιά που οι τάφοι μικραίνουν. Μετά, υπάρχει και το χωνευτήριο. Ναι, εκείνες τις ώρες ζηλεύεις τους κατόχους οικογενειακών τάφων και δη… αντισεισμικών που ειρωνεύτηκε ο ποιητής.

Για να τονώσει τον σύζυγο, η πιστή Μαρίκα μίλησε με ισχυρό επιχείρημα, πλήρες νοήματος και ελπίδας: «Ο Θεός, που τα βλέπει όλα, ξέρει τι άνθρωπος ήταν η Χρυσούλα». Με την αγωνία ότι η σημερινή απόπειρα σχολίου δεν θα διαβαστεί από ανυποψίαστους ανηλίκους ή φοβικούς ενηλίκους, εξομολογούμαι ότι εντάχθηκα στους υποστηρικτές της καύσης νεκρών, όταν παραβρέθηκα πρώτη φορά σε εκταφή. Ηταν σαν να έβγαζαν από τη γη ένα κομμάτι καμένου ξύλου, σμιλεμένου από χέρι επιδέξιο σε σχήμα ανθρώπου. Πάγωσε ο χρόνος. Η μνήμη, βίαια, για δευτερόλεπτα, ανακάλεσε εικόνες του οικείου προσώπου. Να μιλάει, να γελάει, να χαϊδεύει κεφάλια. Να τσουγκρίζει αυγά και να εύχεται «καλή Ανάσταση». Πώς άναψε για το μέγα μυστήριο άσβηστο κεράκι ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης; «Ας με συγχωρήσωσιν αι σκιαί διότι εμνημόνευσα όλα αυτά». Και πώς το διύλισε ο προσφάτως εκλιπών Κωστής Παπαγιώργης («Ζώντες και τεθνεώτες»); «Η ρίζα της ευλάβειας, της τελετουργικής σκοτοδίνης που κατατρύχει κάθε θρησκευόμενη και άθρησκη ψυχή, δεν μπορεί να αναζητηθεί πέρα από την ανάκληση των νεκρών. Θρησκεία χωρίς νεκρούς δεν μπορεί να υπάρξει. Η μυστηριακή θλίψη που διέπει ένδοθεν κάθε θρησκεία και την απομακρύνει από τη χαρά -καθώς οι θρησκείες της χαράς σπανίζουν- οφείλει το ήθος της σε αυτή ακριβώς την κατανυκτική ανάκληση». Κοσμοσυρροή τούτες τις μέρες στα κοιμητήρια. Οι ζωντανοί ενώπιον των νεκρών τους. Σε μια νοερή μονόπλευρη επικοινωνία με τους ανεξύπνητους, κλώθονται συγγνώμες που δεν ειπώθηκαν και ανεπούλωτες πληγές με μέρες γλυκές και ώρες αγάπης. Κάθε ζωντανός χρωστάει στους νεκρούς του. Οχι μόνον παραμονές Αναστάσεως, βεβαίως.