ΑΠΟΨΕΙΣ

Μετά το Μνημόνιο, τι;

Πριν από λίγες ημέρες, οι αγορές κεφαλαίου δεν δίστασαν να δανείσουν στη γαλλική εταιρεία καλωδιακής τηλεόρασης και Ιντερνετ Νουμερικάμπλ (Numericable) 8 δισ. ευρώ μέσω ομολόγων μειωμένης αξίας (junk bonds) με επιτόκια μεταξύ 4,8% και 6,25%. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη έκδοση «τοξικών» ομολόγων από το 2006, δηλαδή πριν από την ιστορική χρηματοπιστωτική κρίση όταν η ολλανδική NXP Semiconductors είχε «σηκώσει» το ποσό των 5,7 δισ. ευρώ.

Οι αγορές κεφαλαίου διψούν για νέες περιπέτειες. Αρκεί να τους παρουσιαστεί μια νέα επιχειρηματική ιδέα, ένα success story, κάποιο σενάριο ανάκαμψης σε μια αγορά ακινήτων για να εφορμήσουν, χωρίς πολλά πολλά, στην προοπτική μελλοντικών κερδών.

Κάποιοι αναρωτιούνται μήπως δημιουργείται η νέα χρηματοοικονομική «φούσκα». Η κεντρική τράπεζα των Ηνωμένων Πολιτειών ψάχνει τον καλύτερο τρόπο για να μαζέψει τη ρευστότητα. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα επιδιώκει το ακριβώς αντίθετο, να απορροφηθεί από την παραγωγή και τις επιμέρους αγορές το χρήμα που διοχετεύει. Η νευρικότητα και η έλλειψη σταθερότητας χαρακτηρίζουν τη ζωή των αγορών.

Για την Ελλάδα πλησιάζει η ημερομηνία λήξης της μνημονιακής προσαρμογής. Οσο πλησιάζει αυτή η στιγμή τόσο περισσότερο αναδύονται οι μεγάλες αδυναμίες της κυβέρνησης, των κομμάτων, των τραπεζών και των επιχειρήσεων, των συνδικαλιστών, αλλά και όλων ημών των υπολοίπων. Υστερα από τέσσερα χρόνια Μνημονίου, εμφανίζονται ήδη σημάδια τρόμου για την απώλεια του περιβάλλοντος ασφαλείας που προσέφερε το συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς. «Μια νέα συμφωνία», λένε κάποιοι, «θα προσφέρει την απαιτούμενη ασφάλεια στα πρώτα βήματα ανάκαμψης».

Ηδη, άλλωστε, η κυβέρνηση έχει καθυστερήσει να οργανώσει ένα συνεκτικό πρόγραμμα για την επόμενη μέρα. Κάθε κράτος, όταν δεν βρίσκεται «σε προσαρμογή», δηλαδή σε μνημόνιο, έχει πρόγραμμα που υφίσταται συλλογική επεξεργασία, εγκρίνεται από το Eurogroup και παρακολουθείται συστηματικά από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι αγορές, όσο απερίσκεπτα κι αν συμπεριφέρονται, κάποιες φορές, ακολουθούν με σχολαστική λεπτομέρεια την εφαρμογή αυτών των προγραμμάτων. Ακόμη και χώρες όπως η Γαλλία και η Ιταλία υποχρεώθηκαν να προσαρμοστούν και μια και δυο φορές. Μόνον έτσι κρατούν χαμηλά το κόστος δανεισμού τους. Είναι, επομένως, ανεδαφικό να περιμένουν ορισμένοι εδώ στην Ελλάδα ότι, μόλις φύγει η τρόικα, η «όποια» κυβέρνηση θα μπορεί «να κάνει ό,τι θέλει».

Εξάλλου, η επιμονή στις διαρθρωτικές αλλαγές είναι απαραίτητη και για την αντιμετώπιση της «βόμβας» των προβληματικών τραπεζικών δανείων, ειδικά εκείνων που έχουν οι υπερχρεωμένες επιχειρήσεις. Στις αμέσως επόμενες ημέρες θα ολοκληρωθεί η αρχική ενημέρωση των κρατών που έκανε στους υπουργούς Οικονομικών η κυρία Ντανιέλ Νουί, επικεφαλής του Εποπτικού Συμβουλίου, ο ελεγκτής δηλαδή των συστημικών τραπεζών της Ευρώπης.

Τα νέα δεν είναι ευχάριστα για κανένα κράτος της Ευρωζώνης. Ακόμη και οι ελληνικές τράπεζες, παρά τις επιτυχημένες ενέργειες ανακεφαλαιοποίησης, θα βρεθούν να ξεκαθαρίσουν το χαρτοφυλάκιο των δανείων τους.

Για τους επόμενους δώδεκα μήνες, το κύριο καθήκον των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και του τραπεζικού συστήματος θα είναι η αναδιάρθρωση της επιχειρηματικής οικονομίας και η οριστική διευθέτηση των ιδιωτικών χρεών. Ομως χωρίς πολιτική σταθερότητα και ομοθυμία και χωρίς την τιθάσευση των διαπλεκόμενων επιχειρηματικών συμφερόντων, η επίτευξη αυτού του κρίσιμου έργου θα αποδειχτεί αδύνατη. Με αποτέλεσμα, όταν θα ανοίξει η πόρτα εξόδου από το στρατόπεδο του Μνημονίου, εμείς να μην τολμάμε να βγούμε στον έξω κόσμο.