ΑΠΟΨΕΙΣ

…και τρία πουλάκια κάθονταν

Η πληροφορία, η οποία συμπλήρωνε το ρεπορτάζ από τη Γάζα για τις βόμβες που πέφτουν ένθεν κακείθεν από τους εμπόλεμους έμοιαζε να ’χει εκείνο το υπόγειο μαύρο χιούμορ που συνοδεύει κάθε ανθρώπινη τραγωδία. Η ομάδα παραγωγής, λέει, του ισραηλινού «Μπιγκ Μπράδερ» αποφάσισε να μη διακόψει το παιχνίδι, παρά τον κίνδυνο από τις βόμβες στην περιοχή όπου βρίσκεται το σπίτι του εγκλεισμού τους και απλώς τοποθέτησε σειρήνα για να ειδοποιούνται και καταφύγιο για να προφυλάσσονται. Eτσι, οι θεατές μπορούν να παρακολουθούν live το αγωνιώδες τρεχαλητό των παικτών, κάθε φορά που ακούγεται ο προειδοποιητικός ήχος. Το σημαντικότερο στην προκειμένη περίπτωση είναι να μη διακοπεί από την πραγματική πραγματικότητα η μπιγκμπραδερική ψευδαίσθηση, η κατασκευή μιας καθημερινότητας όπου κανένα οικονομικό ή άλλο πρόβλημα επιβίωσης δεν απασχολεί και έτσι μπορούν απρόσκοπτα οι συμμετέχοντες να εγκαταλειφθούν στην αφόρητη πλήξη, την οποία διακόπτουν οι ίντριγκες για το πώς θα «φάει» ο ένας τον άλλον. Με άλλα λόγια, το ισραηλινό «Μπιγκ Μπράδερ» αποδείχθηκε η πιο κυνική εκδοχή του... τρία πουλάκια κάθονταν.

Υποθέτουμε ότι η κορύφωση, η αποθέωση -και δικαίωση- του ριάλιτι θα ήταν να πέσει και βόμβα πάνω στο σπίτι και, αν υπάρξουν και νεκροί live, ακόμη καλύτερα. Η φρικιαστική πραγματικότητα θα έχει αποδοθεί με ακρίβεια και το επόμενο «Μπιγκ Μπράδερ» θα έχει ακόμη μεγαλύτερη τηλεθέαση. Αν και το θέαμα συμπληρώνουν μια χαρά τα δελτία ειδήσεων με τα πραγματικά ρεπορτάζ του θανάτου.

Ετσι κι αλλιώς, οι σκοτωμοί δεν τελειώνουν και τα 15 εκατομμύρια που έχασε η εταιρεία παραγωγής μέσα σε τρεις εβδομάδες από την έναρξη των βομβαρδισμών ήταν πάρα πολλά χρήματα για να κατεβάσει ρολά σε ένα σόου, το οποίο μέχρι εκείνη τη στιγμή κατέγραφε την υψηλότερη τηλεθέαση, και να τα χάσει όλα. Αλλωστε, η υπερβολική αποστείρωση του ριάλιτι του στερούσε αληθοφάνεια, οπότε o ελιγμός ήταν επιχειρηματικά ευφυής.

Αλλωστε, έχουμε ζήσει παρόμοιες στιγμές εθνικής αφασίας. Τότε που απολαμβάναμε την έκπληξη από τα τηλεοπτικά εξωτικά φρούτα και θεωρούσαμε ότι το μόνο που απομένει στις ευδαίμονες κοινωνίες μας, έχοντας λύσει τα βασικά προβλήματα -από την επιβίωση μέχρι το ρουσφετάκι για την «τακτοποίηση» των τέκνων στο Δημόσιο-, είναι το τηλεοπτικό χάζι των σπουδαίων ελαττωμάτων μας.

Αλλά για να μην είμαστε άδικοι ως προς τον τομέα της ποπ κουλτούρας, που εκπροσωπούν αυτού του είδους τα τηλεπροϊόντα, αποτέλεσαν και την πρώτη ένδειξη της φθοράς των αξιών με τις οποίες βαυκαλιζόμασταν μέχρι τότε, ότι διαπαιδαγωγείται το έθνος. Ηταν εκεί ο σκανδαλώδης εγωκεντρισμός, ο παθολογικός ναρκισσισμός, ο σκληρός ανταγωνισμός και φυσικά η αφασική πλάνη ότι η δημοσιότητα είναι η σύγχρονη πανάκεια. Μικρή, όμως, η γειτονιά μας, μεγάλες οι υπερβολές της τηλεόρασής μας, βίαια τα φαινόμενά της, οδήγησαν γρήγορα στην πλήξη το φιλοθεάμον.

Ωστόσο, σε αυτά ακριβώς τα πολύ ανθρώπινα χαρακτηριστικά οφείλουν τα μπιγκμπραδερικά σόου το σουξέ τους. Γίνονται ο καταλύτης για να διαλυθεί κάθε φίλτρο ευγένειας, κάθε ίχνος αυτοσυγκράτησης και να αναδυθούν γυμνοί οι ανθρώπινοι χαρακτήρες, τρομακτικά μοναχικοί και θλιβερά αδύναμοι, έτοιμοι να ενωθούν σε αγέλη, η οποία κατασπαράζει όσους «ξεμοναχιάζει».

Και με αυτή την έννοια, το ισραηλινό «Μπιγκ Μπράδερ» αποτελεί ένα είδος συμπυκνωμένης μικρογραφίας της βαρβαρότητας, η οποία επικρατεί γύρω από το σπίτι του εγκλεισμού, με την αλληλοεξόντωση δύο λαών, οι οποίοι αδυνατούν να συμβιώσουν σε μια στενή λωρίδα γης.

Μπορεί οι αξίες του ανθρωπισμού να προσβάλλονται με την υψηλή τηλεθέαση του εργαστηριακού αλληλοσπαραγμού ανθρώπινων κατοικίδιων, αλλά για την κουλτούρα της αγοράς το σουξέ είναι που μετράει. Αν, μάλιστα, παρακολουθήσει κανείς την αγωνία των παικτών μην τυχόν και αποβληθούν από τον προστατευμένο «παράδεισο» του τηλεπαιχνιδιού και τα ξεσπάσματά τους, συνειδητοποιεί το μέγεθος της ανθρώπινης απελπισίας μπροστά στο χάος μιας πραγματικότητας που δεν μπορούν να ελέγξουν και αισθάνονται ότι θα συντριβούν.

«Πρέπει να νικήσω οπωσδήποτε, δεν γίνεται να φύγω από το παιχνίδι, δεν μπορώ να επιστρέψω στο σπίτι μου, στο τίποτε, να είμαι πάλι ένα τίποτε», κραύγαζε σπαράζοντας μια ευειδής νεαρά μέσα σε τζακούζι του αμερικανικού «Escape», παραλλαγή του «Μπιγκ Μπράδερ», που προβάλλεται από το δορυφορικό «E! Entertainment», όπου η ομάδα των παικτών συμβιώνει σε εξωτικό παράδεισο με πολυτελείς εγκαταστάσεις, αλλά τον έχει μετατρέψει σε κόλαση, όχι μόνο με τον αλληλοσπαραγμό και τις ίντριγκες, αλλά και με ακαταστασία των προσωπικών αντικειμένων, που αποπνέει και μια αίσθηση βρωμιάς.

Θέαμα αποτρόπαιο για πολλούς, «πολύ ανθρώπινο» για περισσότερους, αλλά και «ιδανικό προς αξιοποίηση» από το σύγχρονο μάνατζμεντ, το οποίο αναζητεί τα ανθρώπινα υλικά για τα stories επιχειρήσεων και πωλήσεων από τον Σαίξπηρ και την λογοτεχνία ώς τα ριάλιτι. Αντί για τον Ντέιβιντ Λοτζ («Ούτε γάτα ούτε ζημιά») ή τον Ντος Πάσος («Τα πολλά λεφτά») και την ενσάρκωση του αμερικανικού ονείρου σε ατομικές ιστορίες, που αποτέλεσαν μια εποχή τις «Βίβλους» των θεωρητικών του μάνατζμεντ, τα μπιγκμπραδερικά ριάλιτι θεωρούνται η ωμή ανθρώπινη τραγικότητα. Ή γελοιότητα. Το ίδιο κάνει.