ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο συντομότερος δρόμος για την ανάπτυξη

Σ​​τα σοβαρά κράτη της Ζώνης του Ευρώ η συζήτηση για την έξοδο από την κρίση λαμβάνει σοβαρότερες διαστάσεις. Επιτέλους. Η οικονομική κρίση στην Ευρώπη βρίσκεται ήδη στο έβδομο έτος και ακόμη δεν έχει αντιμετωπιστεί κατά τρόπο μόνιμο.

Μόλις τις τελευταίες εβδομάδες τα στοιχεία για την οικονομική συγκυρία έδειξαν ότι η επιστροφή της ευρωοικονομίας σε θετικό έδαφος δεν είναι καθόλου δεδομένη. Ακόμη και η γερμανική μηχανή έχει σταματήσει. Ακόμη χειρότερα, οι δύο μεγάλες οικονομίες, Γαλλία και Ιταλία, μόλις ξεκίνησαν ένα πολύ προσεκτικό δημοσιονομικό συμμάζεμα και βρίσκονται αντιμέτωπες με την ύφεση. Από την άλλη και παρά τις συχνές ενδείξεις για το αντίθετο, οι περισσότεροι στην Ευρώπη συμφωνούν, πλέον, σε τρία σημεία.

Πρώτον, ο περιορισμός των τρεχουσών δημοσιονομικών ελλειμμάτων, στον οποίο επιμένει η Γερμανία και έχει αποσπάσει τη συμφωνία των κρατών της Ζώνης, θα γίνει σε περιβάλλον συντήρησης της συνολικής ζήτησης και αποφυγής περαιτέρω λιτότητας.

Δεύτερον, το κράτος θα υποστηρίξει τη συνολική ζήτηση, την οποία χρειάζονται οι οικονομίες, όπως επισήμαναν πρόσφατα το ΔΝΤ και όλοι οι ψύχραιμοι αναλυτές, με εξειδικευμένα σχέδια ενίσχυσης σε τομείς όπου η αγορά δεν είναι επαρκώς ανεπτυγμένη.

Τρίτον, η νέα πιστωτική επέκταση, που είναι έτοιμη να εφαρμόσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, θα κατευθυνθεί στην υποστήριξη συγκεκριμένων επιχειρηματικών σχεδίων για τη βελτίωση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας.

Είναι όμως εξίσου φανερό ότι η συζήτηση αυτή προχωρεί με δυσκολίες και σοβαρά επεισόδια. Η εντολή του προέδρου της Γαλλίας Φρανσουά Ολάντ προς τον πρωθυπουργό Μανουέλ Βαλς για τον ανασχηματισμό της κυβέρνησης είναι ένα από αυτά. Παρόμοιες πολιτικές κρίσεις γνωρίζουν όλα σχεδόν τα κράτη της Ευρωζώνης. Πρέπει μάλιστα να αναμένεται ότι η κατάσταση θα χειροτερεύσει όσον καιρό η Ζώνη του Ευρώ θα παραμένει αιχμάλωτη της οικονομικής αβεβαιότητας.

Τι απ’ όλα τούτα μας αφορά; Σίγουρα όχι οι πολιτικές φιλοδοξίες του πρώην υπουργού Οικονομίας Μοντεμπούρ, ενός ακόμη οικονομικού εθνικιστή. Η Ελλάδα πλήρωσε πανάκριβα για να ξεπεράσει τον κίνδυνο δημοσιονομικής χρεοκοπίας. Δεν έχουμε όμως ξεφύγει από την καταπίεση της υψηλής φορολογίας και την αδυναμία επιχειρήσεων και νοικοκυριών να δανειστούν ή να εξυπηρετήσουν τα δάνειά τους.

Η Ελλάδα παραμένει μια ειδική περίπτωση κι έτσι θα συνεχίσουν να μας αντιμετωπίζουν, για πολλούς ακόμη μήνες, και οι αγορές και οι κυβερνήσεις. Πριν από λίγο καιρό, ο νομπελίστας Πολ Κρούγκμαν, τόσο αγαπητός στους κάθε χρώματος επικριτές, κατακρίνοντας με αυστηρότητα τη γερμανική προσέγγιση του ευρωπαϊκού προβλήματος ξεχώρισε την Ελλάδα. Το ζήτημα δεν βρίσκεται γενικά στους κρατικούς λογαριασμούς της Ευρώπης: «Ορίστε ο πλήρης κατάλογος με τα κράτη στα οποία η εξήγηση περί της δημοσιονομικής ανευθυνότητας έχει κάποιο νόημα: Ελλάδα, τελεία», έγραψε ο Κρούγκμαν. Εχουμε ακόμη πολύ δρόμο για να πείσουμε ότι το ελληνικό κράτος δεν θα ξαναπέσει στη δύσκολη, για τους πολίτες του, κατάσταση στην οποία έφτασε το 2010. Οσο νωρίτερα αλλάξει προσανατολισμό η Ευρωζώνη, τόσο το καλύτερο για εμάς.