ΑΠΟΨΕΙΣ

Συντεχνιακή αναισχυντία

Από τις 30 Αυγούστου η ΑΔΕΔΥ απεργεί και εμείς δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει. Τόσο το χειρότερο για εμάς, λέω· διότι αυτά που προασπίζεται με την απεργία της η ΑΔΕΔΥ στρέφονται εναντίον του γενικού συμφέροντος, όπως εγώ το καταλαβαίνω τουλάχιστον. Από την άλλη πλευρά, βέβαια, τόσο το καλύτερο για την ΑΔΕΔΥ, γιατί η απεργία της αποκαλύπτει τη συντεχνιακή αναισχυντία του συνδικαλισμού της Μεταπολίτευσης…

Από τις 25 Αυγούστου, η Ανώτατη Διοίκηση Ενώσεων Δημοσίων Υπαλλήλων (ΑΔΕΔΥ) έχει γνωστοποιήσει εγγράφως σε υπουργεία, τράπεζες, οργανισμούς, ρυθμιστικούς φορείς και ό,τι άλλο αποτελεί το Δημόσιο την προκήρυξη μιας ιδιότυπης «απεργίας-αποχής». Αφορά αποκλειστικά τους δημοσίους υπαλλήλους του διοικητικού κλάδου, τους οποίους η ΑΔΕΔΥ καλεί να απόσχουν από κάθε διαδικασία που συμβάλει στην πραγματοποίηση της αξιολόγησης, καθώς και -το παραθέτω ακριβώς- «από όλες τις διαδικασίες επαναπροσδιορισμού με νέα κριτήρια της μετατροπής των συμβάσεων αορίστου χρόνου του Ν.4250/14».

Πίσω από την παραπάνω ηχηρή αρλούμπα, κρύβεται το εξής πολύ απλό, ταπεινό και σιχαμένο: η ΑΔΕΔΥ καλεί τους υπαλλήλους που θα κληθούν να ελέγξουν τη γνησιότητα των πιστοποιητικών με τα οποία έγιναν μονιμοποιήσεις (επί Πάκη «ψυχούλα μου» Παυλόπουλου…) να μην κάνουν τη δουλειά τους. Τους ζητεί δηλαδή να μη συμβάλουν στην αποκάλυψη μιας απάτης και τους προσφέρει γι’ αυτό πλήρη συνδικαλιστική κάλυψη.

Οτι τέσσερα χρόνια και κάτι παραπάνω μέσα στην κρίση, ο κόσμος, οι πολίτες που έκαναν όλες αυτές τις θυσίες (άνισα κατανεμημένες μεν, αλλά έγιναν και κάπως τις αντέξαμε) θα υφίσταντο έναν τόσο στυγνό εκβιασμό από την ΑΔΕΔΥ, με σκοπό την παροχή ασυλίας σε ανθρώπους που εξαπάτησαν το Δημόσιο, είναι μεν θλιβερό αλλά είναι και αναμενόμενο. Το πραγματικά αξιοθρήνητο όμως είναι ότι η κυβέρνηση ακόμη δεν ξέρει πώς να αντιδράσει στις πιέσεις παρόμοιων συντεχνιακών συμφερόντων. Ακόμη παραμένει αβέβαιη και άτολμη για μια σύγκρουση που η κοινωνία την περιμένει εδώ και χρόνια, αλλά η ατολμία και η ρηχότητα των πολιτικών διαρκώς την αναβάλλει…

Για το σύμφωνο

Από την ευρεία συζήτηση που προκάλεσε ο αποκλεισμός των ζευγαριών του ιδίου φύλου από το σύμφωνο συμβίωσης (τουλάχιστον όσο μπόρεσα να παρακολουθήσω αυτή τη συζήτηση), παρατήρησα ότι δεν εθίγη η ανθρώπινη διάσταση του ζητήματος. Δεν εννοώ όσον αφορά την πλευρά εκείνων που ενδεχομένως θα αξιοποιούσαν προς όφελός τους τη θέσπιση του συμφώνου, αλλά την πλευρά εκείνων που ήσαν σφοδρά αντίθετοι στη θέσπισή του. Αυτό θα επιχειρήσω παρακάτω, διότι η ένταση των αντιδράσεων (που τελικώς επιβλήθηκε) σε αρκετές περιπτώσεις κρύβει ένα δράμα, το οποίο δεν μπορούμε να αγνοήσουμε. Αντιθέτως, οφείλουμε να το κατανοήσουμε, εφόσον μας ενδιαφέρει να έχουμε τη λεγόμενη σφαιρική θέαση της «υπόθεσης». (Σ.σ.: για όσους έχουν χάσει επεισόδια, επισημαίνεται ότι με τον όρο «υπόθεση» αναφέρθηκε ο φιλόπατρις ιεράρχης Ανθιμος Θεσσαλονίκης στη σεξουαλική συμπεριφορά την οποία ο μακαριστός Χριστόδουλος στηλίτευε ως «κουσούρι»…)

Παρατηρώ λοιπόν αυτούς που ανέβηκαν στα κάγκελα να τσιρίζουν κατά της επέκτασης του συμφώνου σε όσους αποστρέφονται «απόλαυσιν ερώτων της ρουτίνας», για να το θέσω καβαφικά, και υποψιάζομαι ότι ορισμένοι υποφέρουν εμφανώς από φοβία. Σε αυτούς θα έπρεπε να εξηγηθεί, κατ’ αρχάς, ότι η ομοφυλοφιλία δεν είναι μολυσματική. Κανείς δεν κινδυνεύει από το θέαμα ενός ζεύγους ανδρών. Μπορεί να μη σου αρέσει, αλλά δεν έχεις λόγο να φοβάσαι κάτι τέτοιο. Εκτός βέβαια αν ανήκεις σε εκείνους (τους άνδρες) που έχουν στύση όταν βλέπουν το στέρνο του Μπραντ Πιτ ή του Ζαφείρη Μελά (αδιάφορη η αισθητική εν προκειμένω, το γένος έχει σημασία…). Αυτοί, ναι, κινδυνεύουν να επηρεαστούν από την ελευθερία των άλλων. Αλλά το θέμα είναι προσωπικό τους και θα πρέπει να το προσεγγίσουν με τη βοήθεια ειδικών.

Μια άλλη κατηγορία αντιδρώντων, πολυπληθέστερη και θορυβωδέστερη αυτή, έχουν επίσης ένα προσωπικό πρόβλημα με την «υπόθεση», το οποίο όμως αντιμετωπίζουν συλλογικά και, κατά κάποιο τρόπο, θεσμικά. Είναι πρόσωπα εντεταγμένα σε συγκεκριμένους θεσμούς, οι οποίοι για ιστορικούς λόγους αντιμετωπίζουν την ομοφυλοφιλία στις τάξεις τους με υποκριτική ανοχή: την καταδικάζουν μεν απερίφραστα, αλλά ανέχονται τις πρακτικές της στους κύκλους τους. Φαντασθείτε, λοιπόν, πώς θα ένιωθαν οι άνθρωποι αυτοί, αν ξαφνικά αύριο επιτρεπόταν στους ομοίους τους να απολαύσουν μια ελευθερία που οι ίδιοι δεν τόλμησαν καν να ονειρευτούν; Αν ξαφνικά, με μια απόφαση της Βουλής, γίνει πραγματική η «τελειοτέρα κοινωνία», που λέει ο Καβάφης στο ποίημα του «Κρυμμένα», στην οποία «κανένας άλλος καμωμένος σαν εμένα / βέβαια θα φανεί κ’ ελεύθερα θα πράξει», αυτοί τι θα γίνουν; Οι θυσίες τους, η καριέρα τους, η ισχύς τους, τα ψέματα και η υποκρισία που χρεώθηκαν, όλα αυτά πού θα πάνε, στον βρόντο; Ετσι ο δικός τους πόνος, το μίσος που νιώθουν για ένα μέρος της φύσης τους από το οποίο δεν μπορούν να ξεφύγουν, γίνεται φθόνος για την ελευθερία των άλλων. Εξ ου οι υστερικές αντιδράσεις τους. Ανθρώπινο είναι ― αηδιαστικό και χαμερπές, αλλά ανθρώπινο…