ΑΠΟΨΕΙΣ

Εθισμένοι μέχρι διαστροφής στο πολιτικό trash

Εχει γίνει σχεδόν του συρμού η αποκάλυψη κάθε τόσο ενός ροζ σκανδάλου με πρωταγωνιστή πολιτικό. Τόσο, που πλέον δεν συζητούμε για συγκλονισμό της κοινής γνώμης, αλλά κάνουμε συγκρίσεις ποιο διαθέτει τα πιο «γαστριμαργικά» υλικά, αν είναι πραγματική «γκουρμεδιά» ή απλώς διασκεδάζει την πείνα μέχρι να προκύψει το αληθινά χορταστικό. Σημασία σε όλο αυτό έχει να συντηρείται η «πείνα» και για την ακρίβεια να μένει εκτός κριτικής το ψευδοηθικοπλαστικό οικοδόμημα των μιντιακών κοινωνιών, το οποίο συνδέει την πολιτική με την ιδιωτική σφαίρα και γίνεται το εύφορο έδαφος για να ανθούν ο κιτρινισμός και το πολιτικό ριάλιτι.

Τον ατέρμονα πλέον διάλογο για το θέμα αυτό, για τον ρόλο της δημοσιογραφίας, αλλά και τις συμπεριφορές των σύγχρονων πολιτικών, ο οποίος δεν πρόλαβε να κοπάσει μετά την «Ολαντιάδα», επαναφέρει το νέο σκάνδαλο που προέκυψε στη βρετανική πολιτική σκηνή, με τον υφυπουργό της κυβέρνησης των Συντηρητικών Μπρουκς Νιούμαρκ να πέφτει θύμα μιας από τις απίθανες μεθόδους των σεναριογράφων trash ιστοριών -δεν τους αποκαλείς δημοσιογράφους- στα βρετανικά ταμπλόιντ και για την ακρίβεια της Sunday Mirror. Αρμόδιος για την επιτροπή της Κοινωνίας των Πολιτών και με ειδικό αντικείμενο την ενίσχυση του ρόλου των γυναικών στο Συντηρητικό Κόμμα, ο Νιούμαρκ, παντρεμένος και πολύτεκνος πατέρας, αποδείχθηκε ευάλωτος στις ερωτικές προκλήσεις -μέσω Ιντερνετ- υποτιθέμενης νεαρής υποστηρίκτριας του κόμματός του. Υπέκυψε σε αλληλογραφία και ανταλλαγές φωτογραφιών με ερωτικά υπονοούμενα, μόνο που απέναντί του δεν ήταν το αληθινό πρόσωπο της φωτογραφίας, αλλά ένας δημοσιογράφος «στρατευμένος στο δημόσιο συμφέρον», όπως ισχυρίστηκε εκ των υστέρων. Ο εν λόγω «δημοσιογράφος» είναι εις ακόμη εκ των απίθανων «Ζορό» των μιντιακών δημοκρατιών της εποχής μας, οι οποίοι κάνουν καριέρα και ενίοτε κινούν νήματα της πολιτικής σκηνής, με άλλοθι τάχα την προστασία της ηθικής τάξης του σεπτού ποιμνίου της trash δημοσιογραφίας τους.

Το αποτέλεσμα ήταν ο υφυπουργός να παραιτηθεί και να αντιμετωπίσει το οικογενειακό του δράμα ομολογώντας την «ηλιθιότητά» του, ενώ ξέσπασε στη Βρετανία ακόμη μία διαμάχη για τις μεθόδους και τα όρια του Τύπου. Μόνο που δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα το οποίο προκύπτει από το ροζ trash της πολιτικής. Εξίσου σημαντικό είναι και το θέμα της συμπεριφοράς και για την ακρίβεια των κριτηρίων υπευθυνότητας όσων εμπλέκονται στη δημόσια σφαίρα διακηρύσσοντας αξίες και αρχές άσκησης της πολιτικής.

Τι εννοούμε όταν λέμε «δημόσιο συμφέρον»; Περιορίζεται αυτό στην άσκηση πολιτικής και στην τήρηση των νόμων και κανόνων οι οποίοι αφορούν τη διαχείριση δημόσιων θεμάτων και ουδόλως εμπλέκεται η ιδιωτική σφαίρα σε αυτά; Κρίνεται ένας πολιτικός από τις προσωπικές του αδυναμίες ή εντέλει το κρίσιμο ζήτημα είναι η αποκάλυψη και όχι αυτή καθαυτήν η συμπεριφορά; Διότι, η περίφημη «διαφάνεια», την οποία ευαγγελίζονται οι μιντιακές δημοκρατίες, διαπιστώνουμε ότι υπόκειται μάλλον στους κανόνες της εξελιγμένης τεχνολογίας της επικοινωνίας, παρά στους κανόνες της δημοκρατίας και κυρίως του σεβασμού της ανθρώπινης προσωπικότητας. Ως εκ τούτου, όταν αναφερόμαστε σε «νέα ήθη» στις μιντιακές εποχές, εννοούμε κυρίως τα δημοσιογραφικά. Οι πολλαπλές διευκολύνσεις της τεχνολογίας και οι εργασιακές ανατροπές που επέφεραν τα οδήγησαν στην υπέρβαση κάθε κανόνα, για να ακολουθήσει ο εθισμός του φιλοθεάμονος πλήθους στα εδέσματα πλέον της «γαστριμαργικής» ενημέρωσης.

Κάπως έτσι συμπλήρωσε ο σύγχρονος πολιτισμός μία τριακονταετία με αλλεπάλληλες αποκαλύψεις ροζ σκανδάλων, τα οποία παρήγαγαν βίαιες πολιτικές συνέπειες, με καριέρες που καταποντίστηκαν, αλλά και πωλήσεις εντύπων που άγγιξαν αστρονομικά νούμερα, μιντιακές αυτοκρατορίες που οικοδομήθηκαν με υλικό ανθρώπινες αδυναμίες, αλλά και έφτασαν για τις μεθόδους τους ώς τις αίθουσες δικαστηρίων, όπου περίσσεψαν οι βουρκωμένες συγγνώμες –από τον μεγιστάνα του Τύπου Ρούπερτ Μέρντοχ–, κι όμως, τίποτε από όλα αυτά δεν φάνηκε αρκετό όχι μόνο να συρρικνώσει τις βαθιές ρίζες του κιτρινισμού, αλλά και να θωρακίσει τις συνειδήσεις πολιτικών και δημοσίων προσώπων με τη δέουσα υπευθυνότητα για τον ρόλο τον οποίο αναλαμβάνουν στο συγκεκριμένο μιντιακό περιβάλλον.

Με άλλα λόγια, αν υπάρχει κάτι που δεν δικαιολογείται δεν είναι η παράβαση, αλλά η αφέλεια, αν μπορούμε να χαρακτηρίσουμε έτσι την αδυναμία ενός πολιτικού να συνυπολογίζει σε κάθε του βήμα τις συνθήκες του μιντιακού περιβάλλοντος. Ενός περιβάλλοντος, του οποίου αποτελεί τοτέμ μεν η «διαφάνεια», μόνο που αυτή καθοδηγείται, ειδικώς όταν αφορά τον ιδιωτικό βίο δημοσίων προσώπων, από ένα πλέγμα συντηρητικών αρχών και κανόνων, το οποίο παραπέμπει σε κοινωνίες κλειστοφοβικές, δυσκίνητες, άρα ευάλωτες στην υποκρισία. Πρόκειται ακριβώς για κοινωνίες πρόθυμες να καταναλώσουν τα προϊόντα μιας επιφανειακής προόδου, η οποία εξαντλείται στα γκάτζετ και στις επιτροπές για την προστασία διαφόρων εν κινδύνω ειδών, κοινοτήτων και ιδεών.

Αυτό που έχει σημασία ωστόσο σε αυτές τις εποχές της μεγάλης σύγχυσης είναι να διαχωριστεί ο εθισμός από την ανοχή. Είναι και το δυσκολότερο, αλλά το μοναδικό βήμα προς την πρόοδο της μιντιακής δημοκρατίας.