ΑΠΟΨΕΙΣ

Σε ποια αλληλεγγύη ελπίζει η πολιτική τάξη;

Βυθισμένη στην επαρχιώτικη εσωστρέφεια η ελληνική πολιτική τάξη και μαζί της η κοινωνία, είναι σαφές ότι αδυνατεί να αντιληφθεί την πραγματικότητα που επικρατεί σε ευρωπαϊκό, αλλά και σε διεθνές επίπεδο γενικότερα, ιδιαίτερα στο πλαίσιο των δυτικών δημοκρατιών. Αντίθετα, προσπαθεί να ξεφύγει με κάθε τρόπο από την υποχρέωση που έχει να βγάλει τη χώρα από το αδιέξοδο, είτε αρνούμενο να κάνει τα αυτονόητα –όχι μόνο επειδή δεσμεύτηκε με υπογραφές– είτε στη βάση της αναντίρρητης λογικής, και ταυτόχρονα φαντασιώνεται (τουλάχιστον ένα μέρος του) και επαγγέλλεται σκληρές διαπραγματεύσεις και πιέσεις σε ένα σύστημα που δεν μπορεί ούτε να επηρεάσει ούτε βέβαια να ελέγξει. Ενα σύστημα που, μεταξύ άλλων, δοκιμάζεται από γεγονότα και εξελίξεις μπροστά στις οποίες μοιάζει αδύναμο, καθώς δεν φαίνεται να έχει την ισχύ ούτε να τις καθορίσει ούτε να τις διαχειριστεί.

Μία πρώτη απόδειξη όλων αυτών αποτελεί η οδυνηρή ήττα που υπέστη ο πρόεδρος Ομπάμα στις ενδιάμεσες εκλογές του Κογκρέσου. Ηττα που δεν μπορεί εύκολα να αποδοθεί σε εμφανή οικονομικά αίτια, αφού οι σχετικοί δείκτες παρουσιάζουν τις ΗΠΑ σε εξαιρετικά θετική τροχιά (ρυθμός ανάπτυξης υψηλός και ανεργία χαμηλή). Κάποιοι υποστηρίζουν, και μάλλον έχουν δίκιο, ότι, παρ’ όλ’ αυτά, η μεσαία τάξη πιέζεται, αλλά φαίνεται ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση έπαιξαν ρόλο και πολλοί άλλοι παράγοντες, αντίθετοι προς μια ανοιχτή, ανεκτική και κοινωνικά ευαίσθητη κοινωνία. Είναι γνωστό πόσες αντιδράσεις από οργανωμένα συμφέροντα προκάλεσε η απόφαση του Ομπάμα να καθιερώσει σύστημα ελάχιστης υγειονομικής περίθαλψης, όπως και το θέμα της νομιμοποίησης παράνομων μεταναστών, κυρίως από τη Λατινική Αμερική και άρα αναγνωρίσιμων, που ζουν και εργάζονται χρόνια στις ΗΠΑ, συμβάλλοντας στην οικονομία.

Κάτι ανάλογο συνέβαινε στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου ο Κάμερον έβλεπε μέχρι πρότινος τα ποσοστά του κόμματός του να κατεβαίνουν και αντίθετα να ανεβαίνουν θεαματικά τα ποσοστά ενός ακραίου συντηρητικού, εθνικιστικού, αντιμεταναστευτικού, αντιευρωπαϊκού κόμματος και ενώ οι δείκτες της οικονομίας ήταν σχετικά καλοί. Τα πράγματα «διορθώθηκαν», και το Συντηρητικό Κόμμα ξαναπήρε την πρωτοπορία στις δημοσκοπήσεις, όταν ο Κάμερον υιοθέτησε στάση έντονα αντιευρωπαϊκή, κρίνοντας από την αντίθεσή του να εκλεγεί πρόεδρος της Κομισιόν από το Ευρωκοινοβούλιο, την πρόθεσή του να απαγορεύσει την ελεύθερη διακίνηση και εγκατάσταση Ευρωπαίων πολιτών στη χώρα του (οι οποίοι επίσης συμβάλλουν στην οικονομία) και την άρνησή του να συμβάλει στον προϋπολογισμό της Ε.Ε. ανάλογα με τις δυνατότητες και τις υποχρεώσεις της Βρετανίας. Κάθε άλλο, δηλαδή, παρά συμπεριφορά κοινοτικής αλληλεγγύης…

Ομως αντίστοιχα δεν είναι και τα κίνητρα των αποσχιστικών τάσεων που εκδηλώνονται σε διάφορες χώρες της Ευρώπης; Πίσω από τα εθνικά ή εθνικιστικά χαρακτηριστικά και τις ιστορικές διαφορές διακρίνεται σαφέστατα η έλλειψη αλληλεγγύης, ακόμη και στο εσωτερικό των χωρών. Εδώ και χρόνια αναπτύσσονται αποσχιστικές τάσεις στον πλούσιο ιταλικό Βορρά, που θεωρεί βαρίδι τον φτωχότερο ιταλικό Νότο. Το ίδιο συμβαίνει στο Βέλγιο, όπου οι «προκομμένοι» Φλαμανδοί υψώνουν τείχη που να τους διαχωρίζουν από τους «ανεπρόκοπους»και φτωχότερους Βαλλόνους. Η Καταλωνία είναι ίσως η πλουσιότερη περιοχή της Ισπανίας και ασφαλώς το γεγονός αυτό βρίσκεται πίσω από την αναζωπύρωση των αποσχιστικών τάσεων, που εκφράζονται με διαδηλώσεις και δημοψηφίσματα. Οι Σκωτσέζοι πάλι, που έχουν πίσω τους μία ιστορία διαμάχης με τους Αγγλους, μπορεί να μην είναι οι πλούσιοι του Ηνωμένου Βασιλείου, αλλά η ύπαρξη και η επιθυμία για αποκλειστική εκμετάλλευση των πετρελαίων της Βόρειας Θάλασσας ήταν βασικός λόγος της πρόσφατης απόπειρας για πλήρη ανεξαρτητοποίηση από το Λονδίνο.

Οταν λοιπόν συμβαίνουν όλα αυτά και άλλα, όπως η άνοδος ακροδεξιών και εθνικιστικών κομμάτων σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, ακόμη και δίχως ιδιαίτερα οικονομικά προβλήματα, σαν τη Νορβηγία, όταν είναι σαφές ότι οι πλουσιότερες χώρες του Βορρά δυσφορούν με τα αιτήματα ή τις απαιτήσεις των προβληματικών χωρών του Νότου και όταν, τέλος, ούτε οι προβληματικές χώρες του Νότου θεωρούν ότι έχουν τα ίδια προβλήματα, βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο ή πρέπει να συμπτύξουν ενιαίο μέτωπο, πώς είναι δυνατόν η ελληνική πολιτική τάξη να πιστεύει ότι μπορεί να ελπίζει σε πολιτικές λύσεις, εκφράσεις αλληλεγγύης ή εκβιασμούς καταστάσεων; Αντί δηλαδή να αποδυθεί σε μια προσπάθεια απεγκλωβισμού από την κρίση, με ανάπτυξη που θα βασίζεται στην κοινή λογική και στις δυνάμεις της χώρας και όχι σε συνεχείς διαπραγματεύσεις, καταγγελίες και απραγματοποίητες εξαγγελίες!