ΑΠΟΨΕΙΣ

Νοσηρή νοσταλγία

Ετσι καθώς οι πολιτικές εξελίξεις παίρνουν τον δρόμο τους έως την τελική ψηφοφορία για την Προεδρία της Δημοκρατίας, δοκιμάζω μια καταβύθιση σε μιαν άλλη Ελλάδα, πολύ μακρινή μα και αλλόκοτα κοντινή την ίδια στιγμή. Περιδιαβαίνω τις σελίδες της «Απάντησης στην Πυραμίδα 67», που κυκλοφόρησε πολύ πρόσφατα από τις εκδόσεις της Εστίας. Είναι μια μεταθανάτια έκδοση του Ρένου Αποστολίδη, που επιμελήθηκαν οι γιοι του, Ηρκος και Στάντης. Οι βιβλιόφιλοι θα γνωρίζουν πως ο Ρένος Αποστολίδης είχε υπηρετήσει δυόμισι χρόνια ως στρατιώτης στον Εμφύλιο. Είχε ορκιστεί πως άνθρωπο δεν θα σκοτώσει, δεν απέφυγε ποτέ την πρώτη γραμμή ωστόσο, συμβάλλοντας στη διάσωση και μετακομιδή τραυματιών. Ολο εκείνο το διάστημα, ο οπλίτης Αποστολίδης έστελνε γράμματα στη μητέρα του από το μέτωπο τα οποία, μετά την απόλυσή του και την κατάλληλη επεξεργασία, μετέτρεψε στο κεφαλαιώδες «Πυραμίδα 67», το εμβληματικότερο, ίσως, λογοτεχνικό ντοκουμέντο του ελληνικού Εμφυλίου. Εδώ, σε αυτό τον νέο τόμο, έχουμε τις απαντήσεις της μητέρας του σε εκείνα τα γράμματα –κάπου 500 επιστολές, συνοδευόμενες από τα σχόλια και τις σημειώσεις που άφησε πίσω του ο ίδιος ο Ρένος. Το αποτέλεσμα είναι ένα συνταρακτικό παλίμψηστο που δεν συμπληρώνει απλώς την κλασική, πλέον, «Πυραμίδα», αλλά διαβάζεται και αυτόνομα. Και σε ωθεί σε σκέψεις που δεν έχουν να κάνουν μόνο με το τότε μα και με το σήμερα.

Ενδεικτικά ένα μικρό, ελάχιστο απόσπασμα από μία επιστολή της μάνας προς τον γιο που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή, τον Μάρτιο του 1948: «Νιάτα! Μην τα σκοτεινιάζεις με το νου! Ζήσε ό,τι σου δίνουν ως την ώρα που θα περάσουν, και τότε θα ’χης να θυμάσαι με το νου. Η νύχτα είναι κάτι που μοιάζει –για μένα– το θάνατο. Τα χρόνια περνούν το ένα πάνω στ’ άλλο, και θα λυπόμαστε που αφήσαμε να μας φύγουν τυραννώντας τα με τη σκέψη τη στυφή. Κάθε τι που περνάει πρέπει και να ξεχνιέται. Το παιδί μου πώς με κάνει κ’ εξομολογούμαι!».

Το πόσο μακριά βρισκόμαστε σήμερα από εκείνη τη φρίκη –το λησμονούμε διότι δεν το ζήσαμε οι νεότεροι– και όμως ο νους μας στρέφεται συνεχώς προς τα εκεί. Αυτή η αλόγιστη χρήση εννοιών και όρων, ύβρεων και χαρακτηρισμών γενικώς, που παραπέμπουν στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου αναδεικνύει την αδυναμία μας να ζήσουμε το τώρα, ξεχνώντας την ίδια στιγμή πως κάθε ιστορική περίοδος έχει τις ιδιαιτερότητές της. Κάθε εποχή είναι και μια μοναδικότητα την οποία, έτσι καθώς είμαστε βουτηγμένοι μέσα στο πρόβλημα, και αδυνατώντας να πάρουμε τις απαραίτητες αποστάσεις, δεν μπορούμε να αντιληφθούμε. Το εμφυλιοπολεμικό πνεύμα μοιάζει να μας έχει στοιχειώσει. Νομίζουμε ότι εξηγεί τα πάντα.

Πώς γίνεται όμως και, παρά την αγωνία της, η μάνα του Εμφυλίου διατηρεί αυτή την ικανότητα και μιλάει στο παιδί της για το μέλλον; Καταφέρνει να δει τη «μεγάλη εικόνα», γνωρίζοντας την ίδια στιγμή πως ίσως να μην ξαναδεί το παιδί της. Υπάρχει μια αντίστοιχη «μεγάλη εικόνα» σήμερα, που να μας διαφεύγει; Προφανώς. Ηδη από το περασμένο Σαββατοκύριακο οι τόνοι υψώθηκαν, το ίδιο και η αστήρικτη κινδυνολογία, η ανεύθυνη καταστροφολογία, ενώ πριν καν από τη χθεσινή, πρώτη ψηφοφορία, εντός του Κοινοβουλίου εκφράστηκαν ακραίες απόψεις. Το 2014 δεν είναι –ευτυχώς!– 1948, όσο κι αν ορισμένοι δείχνουν να διακατέχονται από μια νοσηρή νοσταλγία. «Κάθε τι που περνάει πρέπει και να ξεχνιέται», έγραφε εκείνη η μάνα. Ανεξάρτητα πάντως από το αν εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας ή αν πάμε σε μία ακόμα εκλογική αναμέτρηση, οι παθογένειές μας, ως πολιτεία, ως κοινωνία, θα είναι και πάλι εδώ. Διότι πραγματικότητα είναι αυτό που δεν μπορούμε να αποφύγουμε.