ΑΠΟΨΕΙΣ

Η ελπίδα δεν τρέφεται μόνο από συγκίνηση

Ηταν μεγαλειώδης εικόνα. Αυτή της Κυριακής 11 Ιανουαρίου του 2015, με τα δύο εκατομμύρια –κατ’ άλλους τέσσερα– Γάλλων και επισκεπτών που διαδήλωναν σιωπηλά στο κέντρο του Παρισιού με επικεφαλής πιασμένους σφιχτά από τα χέρια 44 ηγέτες χωρών από την Ευρώπη, το Ισραήλ, την Παλαιστίνη κ.λπ. Το θέαμα πρωτοφανές, μοναδικό και απόλυτα συγκινητικό.

Το ερώτημα μόνο, λίγες ημέρες μετά την ιστορική αυτή στιγμή, είναι αν μπορεί μια εικόνα παρά τη δύναμη των μηνυμάτων που εκπέμπει, παρά την παγκόσμια αναμετάδοσή της, να αλλάξει οριστικά το βλέμμα των θεατών της και μαζί την αντίληψή τους για τον κόσμο. Αν μια εικόνα που αποτυπώνει το απόλυτο ιδανικό του ευρωπαϊκού πολιτισμού μπορεί να αντιμετωπίσει με ίσους όρους τις εικόνες της τρομοκρατικής φρίκης, τις εικόνες των φλεγόμενων πύργων της 11ης Σεπτεμβρίου, που σφράγισαν το παγκόσμιο βλέμμα, την ιστορία, και εντέλει αποτέλεσαν την αφορμή για να υπαναχωρήσει από τις βασικές του αξίες ο δημοκρατικός πολιτισμός επιτρέποντας στον αυταρχισμό να κεφαλαιοποιήσει τον τρόμο. Αν ο κόσμος, που μετά την 11η Σεπτεμβρίου σταδιακά είδε να υποχωρούν οι αξίες, οι οποίες υποσχέθηκαν μετά τον πόλεμο κοινωνίες προόδου και ασφάλειας –και οι οποίες, με όλη την κριτική που μπορεί να ασκηθεί στις πολιτικές με τις οποίες υπηρετήθηκαν πάντως διαμόρφωσαν συνθήκες ευημερίας– μπορεί να ανασυγκροτηθεί γύρω από τα μηνύματα μιας εικόνας και να ξαναθυμηθεί την ουσία που υπερασπίζεται η φαντασμαγορία μιας στιγμής.

Εχουμε συνηθίσει να καταδικάζουμε την επικοινωνιακή υπερβολή στις μιντιακές δημοκρατίες. Ισως γιατί η υπερβολή των συγκινήσεων καταλήγει σε υπερβολή του αισθήματος απογοήτευσης. Τίποτε από τα δύο ωστόσο δεν αποτελεί χαρακτηριστικό της ελευθερίας της έκφρασης, αλλά ενός πολιτισμού όπου οι εικόνες δίνουν τη μάχη των συναισθημάτων και αφηνόμαστε σε αυτές να αντιμετωπίσουν προβλήματα «εδώ και τώρα».

Το ’χουμε ζήσει στα ριάλιτι, τα οποία καλλιέργησαν τη φαντασίωση ότι η δραματική έκθεση αποσπασματικών προβλημάτων ταυτίζεται με τη λύση τους. Οτι αυτό που συμβαίνει εκεί, στις οθόνες, δεν είναι μια λεπτομέρεια της πραγματικότητας, αλλά ολόκληρη η πραγματικότητα. Και αυτό από μόνο του απέχει μακράν από το ιδεώδες του διαφωτισμού, απέχει μακράν από το καντιανό sapere aude, το θάρρος και την ωριμότητα να χρησιμοποιεί ο καθένας ελεύθερα τη δική του σκέψη, χωρίς καθοδήγηση, χωρίς την πλάνη των συναισθημάτων.

Πάντως η εικόνα της πρωτοφανούς ένωσης σε παγκόσμια θέα της θέλησης των πολιτών της Ευρώπης, της θέλησης των πολιτών του κόσμου, που πιστεύουν στον σεβασμό της ανθρώπινης προσωπικότητας προκάλεσε τη μεγαλύτερη συγκίνηση της μεταπολεμικής ιστορίας. Χάρη στη δύναμη της επικοινωνιακής τεχνολογίας. Αυτή θριάμβευσε κυρίως. Με το πλάνο που ο τζιχαντιστής πυροβολεί στο κεφάλι τον αστυνομικό κατά την επίθεση στο Charlie Hebdo, με τις συνεντεύξεις εκείνων που κρατούσαν ομήρους στο εβραϊκό παντοπωλείο σε γαλλικά μέσα, με το βίντεο που λέγεται ότι γύριζε εντός του παντοπωλείου ο εγκληματίας φανατικός, για να το χρησιμοποιήσει προφανώς για προπαγανδιστικούς σκοπούς και είναι άγνωστο πού και πώς θα χρησιμοποιηθεί και στη συνέχεια με το πανευρωπαϊκό και παγκόσμιο δίκτυο ενημέρωσης, χάρη στο οποίο το μαζικό αίσθημα αντίστασης στον τρόμο συμπυκνώθηκε στο σύνθημα «je souis Charlie». Ολο αυτό ένας θρίαμβος της τεχνολογίας, μια επικοινωνιακή φαντασμαγορία, η οποία αντανακλούσε ταυτοχρόνως και την αποστείρωση της συγκίνησης, η οποία αποτελεί στις μιντιακές εποχές μας τον καταλύτη της σκέψης.

Στα εγχώρια μέσα είναι αλήθεια επισημάνθηκε με έμφαση από σχολιαστές –π.χ. Τάκης Θεοδωρόπουλος στον ΣΚΑΪ– το γεγονός ότι η Ευρώπη και ειδικώς η Γαλλία έχει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα ότι δεν κατάφερε την αφομοίωση του πλήθους των μεταναστών, οι οποίοι αν και δεύτερης ή και τρίτης γενιάς, με πλήρη δικαιώματα Ευρωπαίων πολιτών, στην πλειοψηφία τους ζουν σε γκέτο και διατηρούν το αίσθημα της μη αποδοχής τους.

Την ίδια ώρα στα γαλλικά μέσα άλλοι σχολιαστές αναφέρονταν στο ίδιο θέμα, εκφράζοντας ωστόσο ως απορία το γεγονός ότι προσχωρούν στις δυνάμεις των τζιχαντιστών και επιλέγουν τη βία, νέοι, οι οποίοι έχουν μεγαλώσει στη Γαλλία και απολαμβάνουν πρακτικώς τα «οφέλη» του δυτικού πολιτισμού, όπως το να διαθέτουν σύγχρονα κινητά ή ό,τι άλλο. Εντέλει όμως, εξέφραζαν το αληθινό πρόβλημα των μιντιακών δημοκρατιών μας, που είναι η αντικατάσταση της σκέψης από την εντύπωση, της πραγματικότητας από το συναίσθημα, το οποίο προκαλεί η επικοινωνιακή της αναπαράσταση και εντέλει η αντικατάσταση των αξιών του διαφωτισμού από τα γκάτζετ του καταναλωτισμού. Γιατί στις εποχές του αφασικού κρεσέντου της κατανάλωσης εντέλει κυριάρχησε η αφήγηση των διαφημίσεων, όπου ο κάτοχος αγαθού ταυτοχρόνως εμφανίζεται απολαμβάνων την ευτυχία μιας ταυτότητας, η οποία δεν συνίσταται σε τίποτε περισσότερο από το στιγμιαίο βλέμμα του διπλανού ομοίου του. Κάπως έτσι η συνείδηση αντικαταστάθηκε από την ψευδαίσθηση. Γι’ αυτό και το αίσθημα της συγκίνησης από τις εικόνες του Παρισιού της περασμένης Κυριακής παραμένει κατώτερο των πραγματικών αναγκών του κόσμου.