ΑΠΟΨΕΙΣ

Familiarity breeds contempt*

familiarity-breeds-contempt-2065039

Για λόγους που –πιστέψτε με– δεν σας ενδιαφέρουν καθόλου, πάσχω (αν αυτό είναι το κατάλληλο ρήμα) από διάφορες ψυχαναγκαστικές εμμονές. Μία από αυτές, που πολύ με έχει ταλαιπωρήσει ώς τώρα, είναι να μην αφήνω ποτέ απλήρωτα χρέη και λογαριασμούς· ιδίως δε, εφόσον η οφειλή είναι προς το κράτος. Μπορεί, που λέει ο λόγος, να πλήρωνα από καπρίτσιο την τελευταία ημέρα της προθεσμίας, ωστόσο πλήρωνα πάντα. Παράλληλα, έβλεπα φίλους μου να μην είναι το ίδιο σχολαστικοί με εμένα και να μην παθαίνουν τίποτε σπουδαίο – απλώς πλήρωναν αργότερα με κάποια προσαύξηση. Εγώ όμως δεν επηρεαζόμουν και έμενα ακλόνητος στις αρχές, στις εμμονές, στις νευρώσεις μου. (Είναι, νομίζω, το ίδιο πράγμα όλα αυτά, αλλά τέλος πάντων…)

Δεν το έκανα, ξέρετε, από σεβασμό προς το άθλιο και ανυπόληπτο κράτος όπως το κατάντησε η λαίλαπα του λαϊκισμού, αλλά από πραγματικό φόβο και βαθύτατη αποστροφή για το κράτος αυτό: για να μην υφίσταμαι την καταθλιπτική επίδραση της γραφειοκρατίας στην ψυχολογική μου διάθεση – τόσο απλός ήταν ο λόγος. Ενιωθα σαν να πλήρωνα λύτρα ή, καλύτερα, «προστασία», για να με αφήσουν στην ησυχία μου.

Εφέτος, έχω την εντύπωση ότι η κατάστασή μου πρέπει να έχει βελτιωθεί αισθητά. Διότι, για πρώτη φορά στη ζωή μου, δεν τακτοποίησα εμπροθέσμως τις υποχρεώσεις μου και –τι περίεργο!– δεν αισθάνομαι να επίκειται το τέλος του κόσμου. Φυσικά, δεν τολμώ να πω ότι θεραπεύτηκα οριστικά από την εμμονή μου ούτε ότι πέρασα μεμιάς από την υπερβολή στην πλήρη αναισθησία. Ομως, ξαφνικά, το θέμα έπαψε να με νοιάζει με τον τρόπο που με ένοιαζε κάποτε. «Αφού δεν έχω τώρα, τι να κάνω; Θα πληρώσω τον επόμενο μήνα». Αυτό λέω μέσα μου και σας πληροφορώ ότι κοιμάμαι μια χαρά, παρότι χρωστώ στο Δημόσιο.

Εξετέθην μέσω ενός προσωπικού παραδείγματος –που δεν με τιμά καθόλου, είναι αλήθεια– διότι είναι ο μόνος τρόπος που έχω για να εξηγήσω ένα ψυχολογικό φαινόμενο, το οποίο υποψιάζομαι ότι θα παίξει ρόλο στην ετυμηγορία της κάλπης αύριο. Εννοώ την αναπόφευκτη μετάβαση από τον φόβο στην αδιαφορία. Ο φόβος είναι βασανιστήριο. Ακόμη και σε μικρές δόσεις, εφόσον επανέρχεται συχνά κουράζει. Μοιραία λοιπόν φθάνει η στιγμή που η κούραση επιβάλλεται της λογικής και σε κάνει να λες: ας γίνει πια ότι να ’ναι, δεν με νοιάζει. «Η εξοικείωση γεννά την περιφρόνηση»*, λέει η παλιά αγγλική παροιμία που έβαλα σήμερα στον τίτλο: ισχύει ακόμη και για τον φόβο, σας βεβαιώ εξ ιδίας πείρας.

Γι’ αυτό τον λόγο, έχω την εντύπωση ότι αν οι προηγούμενες εκλογές ήταν της οργής και του φόβου, οι αυριανές είναι της κούρασης και της αηδίας. Οσοι συμφωνούν με τις θέσεις των κομμάτων της συγκυβέρνησης (ανεξαρτήτως του αν οικτίρουν ή εξοργίζονται με τους χειρισμούς τους) έχουν κουραστεί πολύ για να νοιάζονται το ίδιο όπως πριν από δύο χρόνια. Από την άλλη πλευρά, όσοι έβραζαν από οργή δεν ηρέμησαν, διότι δεν έγινε και τίποτε για να τους ηρεμήσει. Η οργή τους, όμως, εν τω μεταξύ καταστάλαξε σε μίσος.

Συνθέτοντας τα όσα ακούω από φίλους και γνωστούς, θα έλεγα ότι τις τελευταίες ημέρες της προεκλογικής περιόδου παρατηρήθηκαν στους παραδοσιακούς ψηφοφόρους της Ν.Δ. δύο τάσεις: από τη μια πλευρά, κάποια αισθητή συσπείρωση στον (δυσαρεστημένο και απογοητευμένο) αστικό κόσμο και, από την άλλη, εκδικητικότητα από τους ψηφοφόρους των χαμηλότερων εισοδηματικών στρωμάτων (π.χ. δημοσίους υπαλλήλους), που ψήφισαν Ν.Δ. την προηγουμένη φορά και τώρα έχουν φύγει για τον ΣΥΡΙΖΑ (Τ-Λ). Οσο και αν ακούγεται παράδοξο το άλμα των συγκεκριμένων ψηφοφόρων, στην πραγματικότητα επιβεβαιώνει πόσο επιτυχημένα εξέφρασε την πασοκαρία ο ΣΥΡΙΖΑ (Τ-Λ).

Την κούραση του κόσμου που στήριξε με την ψήφο του τη συγκυβέρνηση επέτεινε και η παντελής απουσία στρατηγικής της Ν.Δ., αφότου έχασε τον μπούσουλα τον περασμένο Μάιο. Η άτσαλη στροφή και η έφοδος που επιχείρησε η κυβέρνηση για να αρπάξει το λάβαρο του αντιμνημονιακού αγώνα από τον ΣΥΡΙΖΑ (Τ-Λ) ήταν ένα μνημειώδες λάθος, με επιπτώσεις και προς τις δύο πλευρές των ψηφοφόρων της Ν.Δ. Στον αστικό κόσμο και, γενικώς, σε όσους κατανοούν τη σημασία των μεγεθών της οικονομίας, η απότομη μεταστροφή έδειξε ότι η κυβέρνηση δεν πίστευε στις μεταρρυθμίσεις, αφού έσπευσε με επιπολαιότητα να εξαργυρώσει σε δημοτικότητα (όπως πίστευε) την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος. Στα δε μικροαστικά στρώματα, που υπέστησαν τα χειρότερα και μάλλον δεν ενδιαφέρονται πολύ για αριθμούς και οικονομικά μεγέθη, η μεταστροφή έδειξε πολύ απλά ότι οι θυσίες τους δεν είχαν νόημα.

Σαν να μην έφτανε αυτό, η κυβέρνηση με την απόφασή της να επισπεύσει τις εξελίξεις και να αφήσει ανοικτή τη διαπραγμάτευση, επανέλαβε το ίδιο τέχνασμα που είχε χρησιμοποιήσει και την προηγουμένη φορά, βασισμένο και αυτή τη φορά στο ίδιο δίλημμα: Ευρώπη ή ανεπιθύμητες περιπέτειες με άδηλο τέλος. Το δίλημμα εξακολουθεί να είναι αληθινό, μόνο που η κυβέρνηση υποτίμησε δύο στοιχεία, τα οποία κάνουν την κατάσταση σήμερα εντελώς διαφορετική από το 2012. Κατ’ αρχάς, ότι, με τη σπασμωδική μεταστροφή της, δεν είχε πια την απαραίτητη αξιοπιστία για να υποστηρίξει τη θέση που διάλεξε να υπερασπισθεί και, επίσης, ότι δεν υπολόγισε την κούραση και την απογοήτευση που κατέβαλαν τους υποστηρικτές της. Αν, επιτέλους, κάπου ταιριάζει γάντι η πολυφορεμένη ρήση του Μαρξ για την Ιστορία που επαναλαμβάνεται ως φάρσα, είναι για το σχέδιο με το οποίο η κυβέρνηση προσπάθησε να πάρει την πρωτοβουλία των εξελίξεων.

Παρ’ όλα αυτά, σκεπτόμενος το ερώτημα τι θα ήθελα τη Δευτέρα, αν εκλεγεί ο ΣΥΡΙΖΑ (Τ-Λ), εννοείται, φυσικά, ότι νιώθω τον πειρασμό να απαντήσω: «Πλούσιος και να ζω στο εξωτερικό!». Αλλά δεν ενδίδω στον πειρασμό – επειδή δεν μπορώ, όχι επειδή δεν θα το ήθελα… Κάτι που θα ήθελα όμως και, νομίζω, είναι εφικτό, θα ήταν να υπάρχει μεθαύριο μια ισχυρή Κεντροδεξιά. Ισχυρή, όχι βεβαίως για το αριθμητικό ποσοστό της, αλλά επειδή θα έχει συγκεντρώσει τις ψήφους όσων μένουν σταθερά προσηλωμένοι στην ευρωπαϊκή πορεία της χώρας. Την προσήλωση αυτή θα την έχουν αποδείξει επειδή θα έχουν ψηφίσει τη Ν.Δ. για την ιστορία της και μόνον.