ΑΠΟΨΕΙΣ

Ενδυματολογικοί κώδικες του νέου εθνικού μελοδράματος

Ε​​να πουκάμισο που χάσκει ελεύθερο έξω από το παντελόνι του νέου υπουργού Οικονομικών, Γιάνη Βαρουφάκη, καθόλες τις επίσημες και κρισιμότατες συναντήσεις του με Ευρωπαίους αξιωματούχους παθιάζει τα διεθνή μίντια. Οι ανταποκρίσεις και οι πολιτικές αναλύσεις παίρνουν μια χροιά life style, αλλού ειρωνική και αλλού ενθουσιώδη. Οσο για το αριστερό χέρι που ξεκουράζεται στην τσέπη κατά τις χειραψίες, ξεσηκώνει θύελλες.

Πρόκειται για μια απρόσμενη και πρωτοφανή για τα διεθνή δεδομένα επικοινωνιακή τακτική, εξόχως φαντασμαγορική όπως αποδεικνύεται, μελετημένη ή μη, πάντως αποτελεσματική. Βασικό της συστατικό ένα στοιχείο που λατρεύει η μιντιακή εποχή και καθηλώνει τους θεατές: η αίσθηση ακαταμάχητης οικειότητας που αποπνέει. Την είδαμε στη χειρονομία του πρώτου υψηλού επισκέπτη στο Μαξίμου, του Μάρτιν Σουλτς, ο οποίος έπιασε με επιδεικτική οικειότητα το κολάρο του Έλληνα πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα μπροστά στις κάμερες. Χειρονομία, η οποία θα χαρακτήριζε μια κάπως στενή προσωπική σχέση. Αλλά αυτό δεν συμβαίνει. Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου υπογράμμισε με ευγενική χαλαρότητα την παρεκκλίνουσα ενδυματολογική επιλογή του οικοδεσπότη, την απουσία γραβάτας.

Παρόμοια παρόρμηση προκάλεσε στον Σαπέν το καρό κασκολάκι, συμπλήρωμα μιας επίσης αντισυμβατικής εμφάνισης, του αναπληρωτή υπουργού διεθνών οικονομικών σχέσεων Ευκλείδη Τσακαλώτου, όταν τον συνάντησαν μαζί με τον Γιάνη Βαρουφάκη. Είδαμε μπροστά στις κάμερες τον Γάλλο υπουργό Οικονομικών να πιάνει τις δυο άκρες του κασκόλ του κ. Τσακαλώτου και να τις τυλίγει γύρω από τον λαιμό του μιμούμενος με χαμόγελα την πατρική φροντίδα -στο επόμενο πλάνο το κασκόλ ξετυλίχθηκε κάπως νευρικά.

Οπως κι αν έχει, τα παγκόσμια μίντια επικεντρώνονται καθ’ υπερβολήν στα νέα ήθη όσον αφορά την εμφάνιση των Ελλήνων επισήμων, αλλά και το body language. Τι σημαίνει το χέρι στην τσέπη κατά τις χειραψίες του Γιάνη Βαρουφάκη; Αγένεια, αμηχανία, υπερβολική αυτοπεποίθηση; Τι σημαίνει η ανατροπή της κουστουμαρισμένης ομοιομορφίας από ηλεκτρίκ πουκάμισα και δερμάτινα παλτό (κατά τη συνάντηση Βαρουφάκη με τον Βρετανό ομόλογό του Όσμπορν);

Ετσι, μια συζήτηση, η οποία διαμόρφωσε στην Ευρώπη ολόκληρη φιλοσοφία, τη φιλοσοφία της εμφάνισης, επανέρχεται χάρη στο μιντιακό τελετουργικό με τη μορφή παραπολιτικού ευτράπελου, το οποίο, όμως, εκτρέπει την προσοχή από καίρια ζητήματα της κρίσιμης αυτής στιγμής για ολόκληρη την Ευρώπη. Είναι η καταλληλότερη μέθοδος για να αποσπαστεί η προσοχή από τη σφαίρα του πραγματικού.

Ηδη, από τα μέσα του 19ου αιώνα, πολύ πριν το μιντιακό περιβάλλον διαμορφώσει τις συνθήκες για την καθ’ υπερβολήν ενασχόληση με τις εντυπωσιακές επιφανειακές λεπτομέρειες, ο ευρωπαϊκός πολιτισμός διαπίστωνε ότι η έμφαση στην εμφάνιση έχει δύο αποτελέσματα, το ένα είναι η ρευστότητα σε ό,τι γίνεται αντιληπτό και το δεύτερο η παθητικότητα του θεατή. Οι μπαλζακικοί χαρακτήρες, άλλωστε, αποτυπώνουν ακριβώς αυτή την εμμονή στην εμφάνιση, πιστεύοντας ότι αλλάζοντας την εμφάνισή τους γίνονται νέα πρόσωπα.

Εχει βαθιές ρίζες στην ευρωπαϊκή κουλτούρα και σε ολόκληρο τον δυτικό πολιτισμό, επομένως, αυτή η εμμονή με τους κώδικες της εμφάνισης. Οπως εξηγεί, δε, ο Ρίτσαρντ Σένετ στο πόνημά του «Η τυραννία της οικειότητας» (εκδ. Νεφέλη), όπου αναλύει εξαντλητικά το θέμα της προσωπικότητας και των ψυχολογικών συμβολισμών της μόδας και των ενδυματολογικών επιλογών, στα αστικά περιβάλλοντα οι κώδικες της εμφάνισης γίνονταν όλο και πιο μονότονοι για να προστατευθούν οι επιφανείς εκπρόσωποί τους από τα βλέμματα του περίγυρου. Οι κοσμοπολίτες καθιέρωναν την «άχρωμη» εμφάνιση του γκρίζου ή μαύρου κοστουμιού, για να κρατήσουν οι ίδιοι τον ρόλο του παρατηρητή των προσωπικών συναισθημάτων των επαρχιωτών «αντιπάλων» τους στις δημόσιες συναντήσεις. Εδώ διαβάζουμε και για τη μαρξιστική διατύπωση του εν λόγω ενδυματολογικού κώδικα, το μάλλινο μαύρο κοστούμι χαρακτηρίζεται «κοινωνικό ιερογλυφικό».

Φτάσαμε, επομένως, στο επικοινωνιακό ζητούμενο των ιδιαίτερων ενδυματολογικών επιλογών της νέας ελληνικής κυβέρνησης; Πρόκειται για μαρξιστικών επιρροών επιδεικτική και ως εκ τούτου άκρως συμβολική αντίσταση στην ομοιομορφία των επισήμων συναντήσεων; Αλλά στην επικοινωνία, όπως και στην πολιτική, οι απαντήσεις σε ερωτήματα, τα οποία θέτει η επιφάνεια των γεγονότων, δίνονται εκ του αποτελέσματος.

Σύμφωνα με την εμπειρία της μιντιακής εποχής μας, η επικοινωνιακή φαντασμαγορία αποτελεί «κουρτίνα» των πραγματικών γεγονότων. Αυτά διαμείβονται πάντα στη σκιά των προβολέων και φυσικά διαφεύγουν των «γαστριμαργικών» παραπολιτικών σχολιασμών, οι οποίοι είναι κατάλληλοι μόνον για να καταναλωθούν από ένα εθισμένο στην παθητικότητα μεγάλο κοινό θεατών.

Εδώ, όμως, προσφέρει απάντηση η πένα του Κόναν Ντόιλ διά «στόματος» Σέρλοκ Χολμς, όταν του λέει, γεμάτος θαυμασμό, ο Γουότσον (στο «Υπόθεση ταυτότητας») ότι πάλι κατάφερε να διακρίνει σε μια μάρτυρα στοιχεία αόρατα για τον ίδιο: «Οχι αόρατα, μα απαρατήρητα, Γουότσον. Δεν ήξερες πού να κοιτάξεις, κι έτσι σου διέφυγε ό,τι ήταν σημαντικό. Δεν θα καταφέρω ποτέ να σε κάνω να καταλάβεις τη σημασία των μανικιών, την υπαινικτικότητα των νυχιών, τα σπουδαία θέματα που εξαρτώνται από ένα κορδόνι παπουτσιών».