ΑΠΟΨΕΙΣ

Ψυχαγωγικός κανιβαλισμός, η αφομοίωση του «τέρατος»

Ο συγκλονισμός του φιλοθεάμονος πλήθους από μεγάλες δικαστικές υποθέσεις και τις ανθρώπινες τραγωδίες τους αποτελούσε ανέκαθεν τον καθρέφτη της συνείδησης, της ωριμότητας και της ποιότητας των κυρίαρχων αντιλήψεων. Και κάθε άλλο παρά πρώτη φορά τρομάξαμε με τον κανιβαλισμό που ξέσπασε με την υπόθεση της Βίκυς Σταμάτη. Μια υπόθεση, η οποία αναδείχθηκε με συνέπεια στους όρους του μιντιακού ριάλιτι.

Ξεκίνησε με τη δημοσίευση φωτογραφιών από την απομόνωσή της στο δωμάτιο του ψυχιατρείου, οι οποίες αποκάλυπταν ένα ανθρώπινο ράκος, πέραν των ορίων του εξευτελισμού του, και προκάλεσαν τις πρώτες θύελλες στα social media. Οι συζητήσεις περί μιντιακού κανιβαλισμού, εκμετάλλευσης της αδύναμης θέσης της και προσβολής της προσωπικότητας μιας γυναίκας, η οποία ό,τι κι αν έχει κάνει της οφείλεται τουλάχιστον ο στοιχειώδης σεβασμός, έφεραν στην επικαιρότητα όχι μόνον την εν λόγω υπόθεση, αλλά ευρύτερα αντιλήψεις περί των δικαιωμάτων της μητρότητας. Ακολούθησε συνέντευξή της από κινητό σε εκπομπή «γυναικείων θεμάτων», όπου και όρθωσε κραυγή απόγνωσης για τη στέρηση του παιδιού της. Και η υπόθεση έφτασε σε μιντιακό κρεσέντο με τη θριλερική απόδρασή της, η οποία έδωσε τροφή σε τηλεοπερέτες με άφθονο υλικό από το σκανδαλώδες παρελθόν με τη σπάταλη ζωή και, φυσικά, άφθονη προβολή των φωτογραφιών της από το ψυχιατρείο –και μάλιστα της πλέον εξευτελιστικής εξ αυτών– από όλα ανεξαιρέτως τα δελτία ειδήσεων. Το σύνηθες τσίρκο της ηδονοβλεψίας έδωσε μία ακόμη από τις μεγαλειώδεις παραστάσεις του, με τον κανιβαλισμό να αποτελεί βασική ψυχαγωγική ατραξιόν του.

Η έκφραση «τσίρκο της ηδονοβλεψίας», ωστόσο, καθιερώθηκε στις ΗΠΑ στα μέσα της δεκαετίας του ’90, όταν συγκλονίστηκαν από μια υπόθεση διπλού εγκλήματος. Ηταν η υπόθεση O.J. Simpson, του μαύρου αστέρα των γηπέδων, ηθοποιού, σταρ των διαφημίσεων, ο οποίος κατηγορήθηκε για τη δολοφονία της λευκής πρώην συζύγου του και του εραστή της, και η δίκη του πήρε διαστάσεις φυλετικού ζητήματος, προκάλεσε μιντιακή υστερία με πλήθος παρενέργειες, έφτιαξε καριέρες δικηγόρων και TV stars και αναμόχλευσε εφιάλτες της αμερικανικής δημοκρατίας.

Τα στοιχεία του στόρι ήταν ιδανικά για την ομάδα της υπεράσπισης, η οποία στήριξε την υπόθεση στους εφιάλτες και στις συναισθηματικές επενδύσεις του λαϊκού πλήθους στο «αμερικανικό όνειρο». Πρότυπο για τους Αφροαμερικανούς ο Simpson, ήταν ο «μαύρος που ξεπέρασε τα όρια της φυλής του», ήταν η προσωποποίηση του μεγάλου ονείρου των περιθωριοποιημένων, φτωχών μαύρων της Αμερικής. Ακριβώς αυτά τα στοιχεία αποτέλεσαν το υλικό για να δημιουργήσουν για ένα συναισθηματικό, μιντιακό οικοδόμημα, μια αντανάκλαση του τρόμου των φυλετικών διακρίσεων.

Κάθε κοινωνία και εποχή έχει τους δικούς της εφιάλτες και τα πρόσωπα τα οποία τους ενσαρκώνουν. Για την Αμερική της δίκης του O.J. Simpson και ειδικά της κοινότητας των Αφροαμερικανών, αλλά και των ευαίσθητων πολέμιων του ρατσισμού, το ζήτημα δεν ήταν εάν είχε κάνει ή όχι τους φόνους, αλλά εάν η πολιτεία μπορούσε να αποδείξει ότι τους είχε κάνει. Θεωρούσαν ότι οι εισαγγελείς εξαντλούσαν την αυστηρότητά τους επειδή ο κατηγορούμενος ήταν μαύρος και τα θύματα λευκά. Το περιοδικό Time, το οποίο βγήκε με εξώφυλλο τη φωτογραφία του O.J. Simpson πιο σκούρα από το κανονικό του, κατηγορήθηκε για ρατσισμό και απόπειρα επηρεασμού της κοινής γνώμης. Υποχρεώθηκε σε συγγνώμη.

Το υπερθέαμα της υπεράσπισης κόστισε 3 εκατ. δολάρια (κατ’ άλλους 6), τη δίκη και τις εξελίξεις παρακολουθούσαν τουλάχιστον 100 εκατ. κοινό από 2.237 εκπομπές και δελτία ειδήσεων, ενώ την ημέρα της ανακοίνωσης της ετυμηγορίας ακινητοποιήθηκε σχεδόν η χώρα. Παρατηρήθηκε ακόμη και μείωση του όγκου των συναλλαγών στο χρηματιστήριο κατά 41%. Η εισαγγελέας Marcia Klark κέρδισε 4 εκατ. δολάρια από το βιβλίο της για την υπόθεση και πλέον σχολιάζει νομικά θέματα στα κανάλια CNN, ABC και NBC. Αλλά και εις εκ των συνηγόρων του Simpson έκανε μεγάλο τηλεοπτικό σουξέ εγκαταλείποντας τη δικηγορία. Ηταν ο πασίγνωστος Ρόμπερτ Καρντάσιαν, ο πατέρας της οικογένειας των Καρντάσιαν, με το διεθνούς φήμης ριάλιτι. Ο Simpson αθωώθηκε, με το 62% των λευκών Αμερικανών να πιστεύει ότι ήταν ένοχος και το 68% των μαύρων να πιστεύει ότι ήταν αθώος. Η ζωή του καταστράφηκε. Είχε δύο παιδιά. Κανείς δεν συζήτησε γι’ αυτά ποτέ.

Για την Ελλάδα της κρίσης και της πολιτισμικής σύγχυσης, η υπόθεση «Τσοχατζόπουλου-Σταμάτη» παραμένοντας η μόνη μέχρι στιγμής εκ των σκανδάλων η οποία βρήκε τον δρόμο της Δικαιοσύνης, έχει αναχθεί σε συμβολικό τραύμα, σε υπόθεση που συμπυκνώνει τα χειρότερα ελαττώματα του μεταπολιτευτικού οικοδομήματος. Ενα είδος καθρέφτη του μύχιου και πιο τρομακτικού εαυτού μας, της πολιτισμικής μας ανωριμότητας. Οψεις αυτού του ίδιου νομίσματος είναι ο κανιβαλισμός, που σοκάρει, αλλά και η καθ’ υπερβολή συγκίνηση. Πεδίο δόξης λαμπρό για τις εθνικές σαπουνόπερες, όπου θύτες και θύματα εναλλάσσουν ρόλους, σε μια αέναη διαδικασία αδύνατης κάθαρσης, με τα μιντιακά υπερθεάματα να αναλαμβάνουν το παιχνίδι της διάχυσης των ενοχών.