ΑΠΟΨΕΙΣ

Ούτε καν το τέλος της αρχής

Δεν υπάρχει άνθρωπος, πιστεύω, ο οποίος παρακολουθεί τα πολιτικά στην Ελλάδα και δεν γνωρίζει τι είναι το σύνδρομο Στρατούλη. Εντούτοις, οφείλω να το περιγράψω στα γρήγορα, διότι μεταξύ των αναγνωστών υπάρχουν οπωσδήποτε και εκείνοι που έχουν την πρόνοια να προστατεύουν τον εαυτό τους, κλείνοντας αμέσως την τηλεόραση άμα τη εμφανίσει της σεπτής μορφής του υπουργού Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Πρόκειται, λοιπόν, για την ψυχική κατάσταση κατά την οποία ο ασθενής αρχίζει να τρέμει στο σώμα και στη φωνή, ενώ συγχρόνως τα μάτια του γουρλώνουν με τις κόρες να στροβιλίζονται. Η ένταση της φωνής υψώνεται στο επίπεδο της τσιρίδας, ταυτοχρόνως κομπιάζει ασύστολα και εκτοξεύει σταγονίδια σιέλου κατά ριπάς. Συχνά, ιδίως όταν η κρίση του ασθενούς παρατείνεται λόγω αμηχανίας των παρισταμένων, παρατηρείται έντονη εφίδρωση και κοκκίνισμα του προσώπου.

Από την περασμένη Πέμπτη, που δημοσιεύθηκαν οι προτάσεις των δύο πλευρών, στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ γίνεται «του Στρατούλη». Και είναι απολύτως φυσικό να συμβαίνει αυτό, αφού η Κ.Ο., καθώς και τα κομματικά όργανα του ΣΥΡΙΖΑ, αποτελούνται ως επί το πλείστον από πρόσωπα τα οποία δεν θέλουν να έχουν σχέση με την πραγματικότητα, συχνά μάλιστα την εχθρεύονται ανοιχτά. Τώρα, όλοι αυτοί οφείλουν να υπερασπισθούν τη δέσμη της κυβέρνησης με μέτρα βαρύτερα από εκείνα του μέιλ Χαρδούβελη. Ειδάλλως, θα πρέπει να μας εξηγήσουν πώς αντιλαμβάνονται την αξιοπρέπεια όταν μας φέρνει στο ίδιο επίπεδο με την –κατά τα λοιπά αξιολάτρευτη– Ζάμπια. Είναι δυνατόν να υπερασπισθούν τις προτάσεις της κυβέρνησης; Ο μόνος τρόπος για να απαντήσω, χωρίς να κρύψω την αβεβαιότητά μου, είναι με ένα σχήμα λιτότητας: δεν το βλέπω εύκολο…

Για να γίνει αντιληπτός ο βαθμός της δυσκολίας, αρκεί να θυμηθούμε τη μάχη που είχε δώσει ο ΣΥΡΙΖΑ κατά της εργαλειοθήκης του ΟΟΣΑ. Είχαν κατηγορήσει τότε τον αρμόδιο υπουργό Ανάπτυξης Κ. Χατζηδάκη ότι είχε «υποκλέψει» (αυτό το ρήμα είχε χρησιμοποιήσει στη Βουλή ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ) την περίφημη εργαλειοθήκη. Εννοούσε, δηλαδή, ότι δήθεν η εργαλειοθήκη δεν ήταν του ΟΟΣΑ, αλλά ο Χατζηδάκης είχε χώσει μέσα τα δικά του και παρουσίαζε το σύνολο ως προτεινόμενο από τον ΟΟΣΑ. Ο Χατζηδάκης, προκειμένου να διαψεύσει την παράλογη κατηγορία, αναγκάστηκε να καταθέσει στη Βουλή ως και φωτογραφία του με τον Α. Γκουρία του ΟΟΣΑ τη στιγμή της παράδοσης των σχετικών εγγράφων στα χέρια του υπουργού.

Υπό το πρίσμα των πρόσφατων γεγονότων, είναι ειρωνεία ότι ο ΣΥΡΙΖΑ τότε κέρδισε τη μάχη. Εφθειρε έναν από τους καλύτερους υπουργούς της κυβέρνησης, συσπείρωσε την πασοκαρία της συμπολίτευσης (πράσινη και γαλάζια) κατά συγκεκριμένων μέτρων και υποχρέωσε την κυβέρνηση να τα αποσύρει. Σήμερα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ εκείνος που υιοθετεί τη δεύτερη (βελτιωμένη) έκδοση της εργαλειοθήκης και προτείνει, λ.χ., την πώληση των μη συνταγογραφούμενων φαρμάκων από τα σούπερ μάρκετ! (Μήπως ο Χατζηδάκης πρέπει να προσχωρήσει στον ΣΥΡΙΖΑ; Λέω…)

Από την πλευρά του προσωπικού συμφέροντος, επομένως, ήταν λογικό ο πρωθυπουργός να φέρει το ζήτημα στη Βουλή, ώστε να σταθμιστεί από τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ μέσα σε κλίμα κομματικού «πατριωτισμού». Το πόσο δύσκολη είναι η θέση του ΣΥΡΙΖΑ το φανέρωσε η ομιλία του πρωθυπουργού στη Βουλή την Παρασκευή. Επεχείρησε το δικό του πρόβλημα να το κάνει πρόβλημα της αντιπολίτευσης, θέτοντας το ερώτημα εάν η αντιπολίτευση συμφωνεί με τις προτάσεις των θεσμών, ενώ το πραγματικό ερώτημα ήταν εάν ο ΣΥΡΙΖΑ συμφωνεί με τη δική του πρόταση.

Τρία είναι τα σενάρια που ανοίγονται μπροστά μας, έπειτα από τις πρόσφατες εξελίξεις. Το πρώτο και, προφανώς, καλύτερο θα ήταν εάν η συμφωνία επιτευχθεί, με υποφερτές απώλειες στον ΣΥΡΙΖΑ, εφόσον προηγουμένως οι θεσμοί βελτιώσουν κάπως τις προτάσεις τους. Υπάρχει η εκτίμηση ότι αυτό δεν είναι τελείως απίθανο, ειδικά με δύο μέτρα τα οποία ο πρωθυπουργός αναφέρει διαρκώς στις δηλώσεις του: την κατάργηση του ΕΚΑΣ και την αύξηση του ΦΠΑ στο ηλεκτρικό ρεύμα. Αν αυτά έχουν περιληφθεί στην πρόταση των εταίρων για τη διαπραγματευτική αξία τους μόνον και, τελικά, αποσυρθούν, ίσως ο Τσίπρας μπορέσει να πουλήσει στον κόσμο του σαν δική του νίκη τη δήθεν υποχώρηση της άλλης πλευράς.

Το δεύτερο σενάριο είναι εκείνο των εκλογών – εξ όσων αντιλαμβάνομαι, το ενδεχόμενο του δημοψηφίσματος  έχει  μάλλον  αποκλεισθεί  από το επιτελείο της κυβέρνησης. Αν οι εσωτερικές αντιδράσεις στον ΣΥΡΙΖΑ πάρουν διαστάσεις  που  δεν περιορίζονται με ημίμετρα, τότε η προσφυγή στις  κάλπες  είναι  ο μόνος τρόπος για να ανασυντάξει ο Τσίπρας το κόμμα επί τη βάσει της συμφωνίας με τους εταίρους. Ούτε και αυτό  είναι  εύκολο  και, επιπλέον, προϋποθέτει ικανότητες από πλευράς  του  πρωθυπουργού τις οποίες δεν διαθέτει. Τέλος, το τρίτο  σενάριο  είναι  της ρήξης με ό,τι αυτή συνεπάγεται, και προτιμώ να μην το σκέπτομαι καθόλου.

Είτε έτσι, όμως, είτε αλλιώς, το πρόβλημα της χώρας δεν επιδέχεται λύση, όσο ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει η κυρίαρχη πολιτική δύναμη. Τόσο η πορεία των διαπραγματεύσεων όσο και η αλλοπρόσαλλη πολιτική στο εσωτερικό που ασκείται ερήμην της διαπραγμάτευσης, δείχνουν ότι ακόμη και αν αυτή η κυβέρνηση καταλήξει σε συμφωνία, ακόμη και αν όλο το δράμα με τους εταίρους τελειώσει με αγκαλιές, φιλιά και κλάματα χαράς, και πάλι πρέπει να είναι κάποιος αφελής για να πιστέψει ότι από εκεί και πέρα θα είναι όλα μέλι-γάλα. Η φράση του Τσώρτσιλ από τη γνωστή ομιλία του για τη νίκη στο Αλαμέιν* θα ταιριάζει και για τη δική μας περίπτωση: Δεν θα είναι η αρχή του τέλους, αλλά μόνον το τέλος της αρχής – και ούτε.

* Μια λεπτομέρεια συγκινητική για ορισμένους εξ ημών είναι ότι την ομιλία αυτή, που έκανε ο Τσώρτσιλ στις 10 Νοεμβρίου 1942, στο ετήσιο γεύμα του δημάρχου του Λονδίνου, την ξεκίνησε με μία αναφορά στον «late Mr. Venizelos»…