ΑΠΟΨΕΙΣ

Μετέωρα βήματα και αμφιθυμία

Η​​ θεαματική και μεγαλειώδης στροφή του Αλ. Τσίπρα την τελευταία στιγμή μπροστά στο τείχος της ευρωπαϊκής πραγματικότητας αποσόβησε προς το παρόν την ολοκληρωτική καταστροφή της χώρας. Με αυτήν την έννοια, οι «καλόβουλοι» αναγνωρίζουν ότι ο χαρακτηρισμός «κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας της Αριστεράς» που χρησιμοποιούσαν ώς προχθές με άνεση, αλαζονεία και αυτοθαυμασμό ο πρωθυπουργός και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, αποκτά κάποια ψήγματα υπόστασης. Οι «κακόβουλοι», βέβαια, θα συνεχίσουν να επισημαίνουν ποιοι και πώς έφεραν τη χώρα σε κατάσταση μεταξύ λιποθυμίας και κώματος, εμφανιζόμενοι στο «και πέντε» ως αμφίθυμοι σωτήρες της, αλλά ποιος δίνει σημασία σε «κακόβουλους» σήμερα…

Οι ενδείξεις είναι ότι για τον περισσότερο κόσμο, αυτόν του αγέρωχου και πατριωτικού «Οχι», δεν έχει νόημα τώρα να επιρρίπτονται ευθύνες, αφού ο πρωθυπουργός εξήγησε με κάθε λεπτομέρεια ότι αντιστάθηκε αρνούμενος την υποταγή, σχεδόν μέχρις εσχάτων, με παραδειγματική αξιοπρέπεια, αυταπάρνηση, υπερηφάνεια, προκειμένου να αντιμετωπίσει τον εκβιασμό και το πραξικόπημα των εταίρων και ταυτόχρονα να σπείρει τον σπόρο της αλλαγής στην Ευρώπη. Τι άλλο μπορούσε να κάνει ο άνθρωπος, παρά να υπογράψει, μπροστά σε τέτοιο άνισο συσχετισμό δυνάμεων, που προφανώς δεν φαινόταν καθαρά στην αρχή της περιπετειώδους πορείας της χώρας μετά τις 25 Ιανουαρίου. Τουλάχιστον, μόλις έβαλε φαρδιά – πλατιά την υπογραφή του, διευκρίνισε με ειλικρίνεια ότι δεν πιστεύει στη συμφωνία, αλλά θα την εφαρμόσει. Δηλαδή θα εφαρμόσει μία συμφωνία που δεν πιστεύει ότι θα σώσει τη χώρα… Κύριε ελέησον! Οσα επακολούθησαν είναι γνωστά. Ο Αλ. Τσίπρας βρέθηκε αντιμέτωπος με όλους εκείνους τους «πούρους» ριζοσπάστες και επαναστάτες συντρόφους του, που τον θεωρούν πια εξωμότη, θέλουν τη χώρα στη δραχμή και διαλαλούν ότι διαθέτουν εναλλακτικές λύσεις, δηλαδή την πανάκεια για όλα τα πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά και γεωστρατηγικά ζητήματα, αρκεί να τα «σπάσει» η χώρα οριστικά και αμετάκλητα με την Ευρώπη και τη Δύση. Είναι οι λενινιστές μαρξιστές τύπου Λαφαζάνη, οι ακραίοι αριστεροί των διαφόρων συνιστωσών, οι αντιευρωπαίοι λεπενιστές που ακολουθούν τη Ζωή και οι εραστές της ανέξοδης περιπέτειας και της δημοσιότητας με δαπάνες άλλων, σαν τον Βαρουφάκη. Δυστυχώς, με τον ΣΥΡΙΖΑ το περιθώριο ήλθε στην εξουσία και το χειρότερο, αποδείχθηκε ότι όλοι οι συγκεκριμένοι διαθέτουν την πλειοψηφία στην Κεντρική Επιτροπή σε ένα κόμμα με δομή και κουλτούρα κομμουνιστική.

Αυτοί θεωρούν ότι αποτελούν την «ψυχή» του ΣΥΡΙΖΑ, πιστεύουν ότι ο πρωθυπουργός ξέφυγε από τη «γραμμή», τον προκαλούν με τη στάση τους εκτιμώντας ότι δεν θα τολμήσει να τους διώξει, υπολογίζουν ότι θα συμπεριφέρονται «α λα καρτ» στη Βουλή, προωθώντας και υποστηρίζοντας ν/σ που εξυπηρετούν την αλλαγή του καθεστώτος στη χώρα, ενώ θα καταψηφίζουν «τα ευρωπαϊκά», αναγκάζοντας τα κόμματα της αντιπολίτευσης να τα στηρίζουν, αναλαμβάνοντας το κόστος. Με λίγα λόγια, στέκονται με «το όπλο παρά πόδα», αναμένοντας είτε να παρασύρουν τον Αλ. Τσίπρα με το μέρος τους είτε να τον ανατρέψουν βασιζόμενοι στο «Οχι» του δημοψηφίσματος, για να προχωρήσουν στον επόμενο γύρο της σύγκρουσης με την Ευρώπη και την κατάκτηση της εξουσίας στην Ελλάδα.

Το ερώτημα είναι τι θα κάνει ο Αλ. Τσίπρας, που ο σχεδιασμός και η αποφασιστικότητα δεν ανήκουν στα προσόντα του. Ο αναγκαστικός ανασχηματισμός πήρε τον χρόνο του, αλλά ασφαλώς δεν ήταν εύκολο να βρεθούν οι άνθρωποι μέσα και έξω από τον ΣΥΡΙΖΑ για να εφαρμόσουν τη συμφωνία, όταν ούτε οι ίδιοι την πιστεύουν ούτε ο αρχηγός, και με προοπτική εκλογών μέσα σε δύο μήνες. Και πώς μπορεί ο πρωθυπουργός να πορευθεί με επιτυχία ανάμεσα στα τόσα προβλήματα της χώρας, όταν διστάζει να έλθει σε ανοιχτή ρήξη με τους εσωκομματικούς αντιπάλους του που οδεύουν ανοιχτά σε αντίθετη πια κατεύθυνση; Και αν υποθέσουμε ότι οι εκλογές είναι αναπόφευκτες σε δύο μήνες για να ξεκαθαρίσει το τοπίο, τις αντέχει η χώρα και τις θέλουν οι δανειστές; Τέλος, ναι μεν ο Αλ. Τσίπρας έχει ακόμη προσωπική απήχηση στην κοινωνία, αλλά μπορεί κανείς να είναι σίγουρος τι θα προκύψει από τις κάλπες; Με ανοιχτά τα παραπάνω ερωτήματα (και πολλά άλλα), το καλύτερο ίσως για τη χώρα θα ήταν μία κυβέρνηση με ευρεία συμμετοχή και στήριξη από τη Βουλή και επικεφαλής τον πρωθυπουργό, μέχρις εξάντλησης της τετραετίας, για να σταθεροποιηθεί η χώρα. Μπορεί, όμως, να τολμήσει κάτι τέτοιο ο σημερινός πρωθυπουργός;