ΑΠΟΨΕΙΣ

Η Αριστερά της δραχμής

Στη Γαλλία υπάρχει η Λεπέν. Στη Βρετανία ο Φάραντζ. Στην Ιταλία ο Γκρίλο, ενώ το συζητά και ο, εκτός μάχης, Μπερλουσκόνι. Σε άλλες χώρες ποικίλα κομματικά σχήματα, όπως οι, εντός κυβέρνησης, Αληθινοί Φινλανδοί ή η AFD στη Γερμανία, τάσσονται υπέρ της διάλυσης της Ευρωζώνης. Κανένα από αυτά τα επιθετικώς ευρωσκεπτικιστικά κόμματα δεν είναι αριστερά.

Στην Ευρώπη, γενικώς, το αντιευρωπαϊκό πρόταγμα είναι, συντριπτικά, στα χέρια της Δεξιάς. Στη χώρα μας, πάλι, το παράδοξο είναι ότι η Αριστερά, εν προκειμένω ένα ισχυρό μέρος του οργανωμένου ΣΥΡΙΖΑ, κυριαρχεί στο «μέτωπο της δραχμής». Ευρωσκεπτικισμό πουλάει και η Χρυσή Αυγή, αλλά δεν ήταν αυτό που την κατέστησαν πόλο έλξης. Ευρωσκεπτικιστικό αλλά, όπως προκύπτει, με κανόνες για τη διάρρηξη των δεσμών με την Ευρωζώνη, είναι και το ΚΚΕ, με την παγιωμένη εκλογική του απήχηση. Πολλά ακόμη σχήματα της Αριστεράς (από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ μέχρι το Σχέδιο Β) ή μη αριστερά (όπως η «Δραχμή» του Θεοδ. Κατσανέβα, ο οποίος έδωσε το «παρών» στην εκδήλωση της Πλατφόρμας στον Πανελλήνιο) δοκίμασαν τη συνταγή της δραχμής. Ομως ουδέποτε πέτυχαν να την καταστήσουν εκλογικό διακύβευμα ή να εκφράσουν τις θέσεις τους στη Βουλή.

Την επίσημη συζήτηση για την εγκατάλειψη του ευρώ εγκαινίασε η κυβέρνηση του κ. Τσίπρα με τους χειρισμούς της και, δη, η Πλατφόρμα του κ. Λαφαζάνη, ο οποίος δημοσίως, πλέον, δηλώνει ότι «η έξοδος της χώρας μας από το ευρώ δεν αποτελεί καταστροφή». Δεν θα πρέπει να αγνοηθεί σε αυτή την εξέλιξη του δημοσίου λόγου η συναυτουργία του κ. Γιάνη Βαρουφάκη, αλλά και η, έμμεση, στήριξη της κ. Ζωής Κωνσταντοπούλου, η οποία πάντως σχόλιο περί νομισματικής εναλλακτικής δεν έχει κάνει, ακόμη και τις φορές που κατακεραυνώνει τους πάντες.

Η δραχμή ως εναλλακτικό σενάριο αποτελεί το επιχείρημα που η ελληνική Αριστερά, στην κατά ΣΥΡΙΖΑ εκδοχή της, απέφευγε μέχρι τώρα να χρησιμοποιήσει στον δημόσιο διάλογο. Η «αποποινικοποίηση» της συζήτησης καθιστά παρελθόν την αμηχανία της Αριστερής Πλατφόρμας και, συνολικά, του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στα ερωτήματα για την ύπαρξη ή μη εναλλακτικού σεναρίου. Το δε «αφήγημα» της δραχμής, πασπαλισμένο με δόσεις «ανεξαρτησίας», «λαϊκής κυριαρχίας» και «ρήξης», έρχεται να εξελίξει τα αντιμνημονιακά συνθήματα των προηγούμενων ετών. Τα συνθήματα για επίθεση των ξένων στο ελληνικό έθνος, για προσπάθεια να αποξενωθεί αυτό από τις ρίζες του και από τη δημόσια (αλλά εγκαταλελειμμένη στην τύχη και στους επιτήδειους) περιουσία του, μετασχηματίζονται σήμερα σε Μπουμπουλίνες, Κολοκοτρώνηδες και σε άλλες μορφές της ελληνικής ιστορίας που κοσμούσαν το εθνικό νόμισμα. Οσο η πίεση στα ήδη δοκιμαζόμενα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας θα αυξάνεται, τόσο η αναζήτηση μιας βολικής «εναλλακτικής» θα καθίσταται θελκτική. Υπό την έννοια αυτή, ο πρόεδρος της Ν.Δ. κ. Ευ. Μεϊμαράκης ορθώς θέτει το ερώτημα εάν τελικά όλοι οι χειρισμοί της κυβέρνησης Τσίπρα και η σκληρή συμφωνία στην οποία κατέληξαν είχαν ως ανομολόγητο στόχο να στραφεί η πλειονότητα των Ελλήνων, που ακόμη επιμένουν στην Ευρωζώνη, σε αντιευρωπαϊκούς δρόμους. Ο κ. Μεϊμαράκης, ωστόσο, και η ελληνική κεντροδεξιά έχουν τα δικά τους ζητήματα να διαχειριστούν.

Η ελκυστικότητα του σεναρίου της δραχμής προφανώς και δεν θα αφεθεί ως πολιτικό χαρτί στα χέρια του κ. Λαφαζάνη και των συνοδοιπόρων του, ούτε βέβαια θα «στριμωχτεί» στους ακραίους της οργάνωσης Μιχαλολιάκου. Η ελληνική δεξιά ήδη κινείται προκειμένου να αρθρώσει τον δικό της… δραχμικό λόγο. Μοιάζει λογικό καθώς, εκ των πραγμάτων, η Δεξιά διεκδικεί ιστορικά να είναι η «εθνική» – συντηρητική πολιτική δύναμη στη χώρα. Εστω κι αν ο κ. Λαφαζάνης αποτελεί, πλέον, έναν πολύ ισχυρό ανταγωνιστή, σύντομα θα βρει εκ δεξιών μιμητές. Αλλωστε, ο εθνολαϊκισμός ουδέποτε είχε ιδεολογικό χρώμα.