ΑΠΟΨΕΙΣ

Εκκληση προς επενδυτές με παρωχημένη γλώσσα

Χωρίς επενδύσεις η οικονομία θα μείνει «παγωμένη», η ανεργία στα ύψη, τα εισοδήματα γλίσχρα και η κυβέρνηση θα αναζητεί τρόπους για να βάλει νέους και περισσότερους φόρους. Αυτό ο πρωθυπουργός δείχνει να το κατανοεί. Οι προσκλήσεις, εκκλήσεις και παραινέσεις που απηύθυνε κατά την επίσκεψή του στη Νέα Υόρκη κινούνται σε αυτήν την κατεύθυνση.

Παραμένουν όμως μίλια πολλά μακριά από όσα πρέπει να κάνει ένα σύγχρονο κράτος για να γίνει τόπος φιλικός προς τους επενδυτές. Ακόμη χειρότερα, ο κ. Τσίπρας μίλησε μια γλώσσα παρωχημένη, όμοια με αυτήν που χρησιμοποιούν κράτη που βρίσκονται σε παλαιότατη για την Ελλάδα φάση ανάπτυξης των οικονομιών τους. Το πρωθυπουργικό επιτελείο δεν ήταν καθόλου προετοιμασμένο για μια φιλική επίθεση προς όσους θα είχαν τη διάθεση να ξεχάσουν την αφερεγγυότητα της Ελλάδας, όπως φάνηκε με το «κούρεμα» των ομολόγων της, με την απελπιστική καθυστέρηση των μεταρρυθμίσεων και, προσφάτως, με την παρ’ ολίγον εφαρμογή των απειλών εναντίον του συστήματος.

Οσοι είχαν την ευγενική ιδέα να υποδείξουν στον πρωθυπουργό το ταξίδι του όφειλαν να τον προϊδεάσουν για το είδος των μηνυμάτων που οφείλει να εκπέμψει μια χώρα που ανήκει στην Ευρωζώνη και έχει απασχολήσει όλη αυτή την περίοδο την κοινή γνώμη και τις αγορές. Την απογοήτευση κορύφωσε η εμμονή του κ. Τσίπρα σε μια τριτοκοσμική προσέγγιση του κρατικού χρέους. Θα μπορούσε κάλλιστα να υποστηρίξει ό,τι κρίνει δίκαιο να κάνουν τα πλούσια κράτη για τα χρέη των φτωχοτέρων. Θα μπορούσε να επικαλεστεί την εμπειρία που απέκτησε η Ελλάδα επειδή παρασύρθηκε στη δανειακή υπερχρέωση και τη δημοσιονομική ασυδοσία. Οφειλε, όμως, να υπογραμμίσει το πλεονέκτημα που διαθέτει η χώρα μας. Να περιγράψει με αισιοδοξία τις προοπτικές της χώρας μας. Να εξηγήσει πόσο σπουδαίο είναι να είσαι μέλος της ισχυρής, νομισματικώς και οικονομικώς, Ζώνης του Ευρώ. Να περηφανευτεί επειδή η Ελλάδα ανήκει και στον σπουδαιότερο δημοκρατικό συνασπισμό κρατών επί της υφηλίου.

Επιπλέον, η άποψη που περιέφερε ο πρωθυπουργός ως προς τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας δεν είναι καθόλου σωστή. Σύμφωνα με τον κ. Τσίπρα, η αλληλουχία των θετικών εξελίξεων θα ήταν: επίλυση των ζητημάτων του δημοσίου χρέους, αντιμετώπιση του κινδύνου Grexit, προσέλκυση επενδύσεων με κρατική διαμεσολάβηση, οικονομική ανάπτυξη με διαστολή του προϋπολογισμού.

Η παρούσα κατάσταση του δημοσίου χρέους δεν αποτελεί εμπόδιο σε κανένα δυναμικό και σοβαρό επενδυτή. Οι πραγματικοί λόγοι απομάκρυνσης των επενδύσεων, σε μια σύντομη αναφορά, είναι οι ακόλουθοι. Το τραπεζικό μας σύστημα είναι διαλυμένο, ούτε όμως και πριν από το 2009 ανταποκρινόταν επαρκώς σε σύνθετα και δυναμικά επενδυτικά σχέδια. Οι τράπεζες στηρίζουν ελληνικές επιχειρήσεις, στις οποίες πρέπει να διοχετευθούν οι επενδυτικές ροές, κι ας έχουν δύστροπους ιδιοκτήτες-μετόχους που είναι και μέτριοι μάνατζερ, αλλά αντιπαθούν τη σύγχρονη επιχειρηματική οργάνωση, αρκεί να διαθέτουν ακίνητη περιουσία και «πολιτική» δύναμη.

Το ανθρώπινο δυναμικό, που θα μπορούσε να αποτελεί σπουδαίο «ατού» για τη χώρα μας, διαθέτει σοβαρά τυπικά προσόντα, όχι όμως ανταγωνιστικές δεξιότητες και εμπειρία δυναμικής διοίκησης. Το νομικό πλαίσιο είναι ελλιπές ή παρωχημένο. Οι δικαιοπραξίες περίπλοκες και διαπλεκόμενες. Η δικαστική διευθέτηση χρονοβόρος και προβληματική. Σε συνδυασμό με τα παραπάνω, τα περιουσιακά στοιχεία, κρατικά και ιδιωτικά, είναι υπερτιμημένα για να δικαιολογήσουν μια αποδοτική τοποθέτηση κεφαλαίων.

Το χειρότερο όλων, όμως, είναι η αντίσταση των ισχυρότατων ολιγαρχών που διαφεντεύουν την επιχειρηματικότητα και την πολιτική.

Θα περίμενε κανείς από ένα νέο και προοδευτικό πολιτικό άνδρα να σκύψει πάνω από αυτά και όχι να κυκλοφορεί «αγκαζέ» με το πρόβλημα.