ΑΠΟΨΕΙΣ

Κυβερνητική επιδημία

Χ​​αρακτηριστικά επιδημίας -ξεκίνησε από τον πρωθυπουργό και «προσβάλλει» όλο και περισσότερους υπουργούς- λαμβάνει η συνεχής εκδήλωση «μη συμφωνίας» με τα υπό εφαρμογήν συμφωνηθέντα. Κατά την επίσκεψη Σταϊνμάγερ, ο κ. Τσίπρας υπενθύμισε στον Γερμανό υπουργό Εξωτερικών -«διότι θέλουμε ειλικρινή σχέση με τους εταίρους»- ότι «με πολλά από τα υπογραφέντα δεν συμφωνούμε». Από την άλλη, επισήμανε πως «υπάρχει κοινό συμφέρον να πετύχει το πρόγραμμα. Πρέπει όμως να διασφαλιστεί η πολιτική σταθερότητα και όρος γι’ αυτό είναι η κοινωνική συνοχή».

Δηλαδή να εφαρμοστεί το μνημόνιο χωρίς να πέσει η κυβέρνηση (πολιτική σταθερότητα), και προϋπόθεση γι’ αυτό είναι να μην υπάρξουν παρατεταμένες αντιδράσεις, πράγμα που θα συμβεί μόνο αν βαθιά μέσα τους οι πολίτες πιστέψουν ότι η κυβέρνηση «δεν το ήθελε». Εάν η εθνική σύνταξη οριστεί στα 384 ευρώ και το όριο συνταξιοδότησης στα 67, έχει σημασία εάν η κυβέρνηση διαφωνούσε; Καμία. Απλώς σημαντικές αποφάσεις λαμβάνονται μέσα σε ένα κλίμα ασάφειας, αναποφασιστικότητας, ολέθριο για τη χώρα. Οι αναστολές αιχμαλωτίζουν την κυβερνητική πράξη, παγιώνουν τις παλινδρομήσεις, σβήνουν την όποια σπίθα μεταρρύθμισης. Μπορεί να έλεγε ο Λένιν «ένα βήμα μπρος, δύο βήματα πίσω. Αυτό γίνεται και στη ζωή των ατόμων και στην ιστορία των εθνών και στην ανάπτυξη των κομμάτων» 13 χρόνια πριν από την Οκτωβριανή Επανάσταση, και με την τακτική αυτή, δηλαδή «υποχωρούμε προσωρινώς μέχρι να υλοποιήσουμε όσα είχαμε αρχικά υποσχεθεί», να οδήγησε το κόμμα του (ενόπλως) στην εξουσία, αλλά για μια σημερινή κυβέρνηση σε μια κοινοβουλευτική αστική δημοκρατία να πατάς σε δύο βάρκες, δεν γεννά κάτι θετικό. Η ίδια τακτική, οι θολές προθέσεις, η διγλωσσία στο εσωτερικό και το εξωτερικό, προ τρίτου μνημονίου, έφεραν την κυβέρνηση στην κατά μέτωπον σύγκρουση του επιθυμητού με το πραγματικό και βεβαίως στο τρίτο μνημόνιο.

Η πολιτική αμφιταλάντευση οδηγεί σε έναν γκρίζο βαλτότοπο, που κάνει τα βάρη βαρύτερα και χαοτικές τις πληγές. Δεν έχει σχέση με τον πλουραλισμό (που εγγυάται τη συνέχιση της ανθρώπινης πραγματικότητας· ο κόσμος αποκτά υπόσταση μόνο όταν υπάρχουν διαφορετικές οπτικές). Αλλά με το δίλημμα. Δεν έχει να κάνει με την αναμονή εκείνων που θα έρθουν σε μια ευθεία γραμμή με αίσια απόληξη (το συνεπές σχέδιο είναι η κινητήρια δύναμη των στόχων και των σκοπών που μοιράζεται ένας λαός για να προχωρήσει στο μέλλον). Εχει να κάνει με τον κυκλικό αΐδιο φόβο του πολιτικού κόστους. Ομως ο φόβος δεν είναι κάτι ριζοσπαστικό, είναι λιποψυχία που μετατρέπει τον πολιτικό σε στρουθοκάμηλο. Δεν έχει να κάνει με την ιδεολογία. Η προσπάθεια συντήρησης μιας επίφασης ιδεολογικού προσήμου δεν πείθει για τη διατήρηση των ιδεολογικών αγώνων αλλά για μια κατάσταση τόσο βεβαρημένη, που αδυνατεί να σηκώσει ακόμη και το ελάχιστο βάρος μιας θεωρητικής σαπουνόφουσκας. Εχει να κάνει με την πολιτική σύμβαση και τους διαρκείς εξωραϊσμούς, τις ψυχικές αναπληρώσεις που οι πολιτικοί θεωρούν ότι χρειάζεται το έθνος.

Η πολιτική ευθύνη δεν μπορεί να είναι πάντα προϊόν καταναγκασμού. Η ψυχολογία του θύματος θέτει τον πολιτικό εκτός πραγματικής εξουσίας και εντός φθαρτικών αδιεξόδων.